Σε κρίσιμη κατάσταση εισήχθη μια νέα γυναίκα από την Κατερίνη στη μονάδα εντατικής θεραπείας, μετά τον τοκετό, καθώς της χορηγήθηκε (τόσο απλά;) η μη ενδεικνυόμενη αντιβίωση. Το γεγονός αυτό έφερε στην επιφάνεια το τεράστιο ζήτημα της ένδειας του Ε.Σ.Υ. σε μηχανισμούς αποφυγής παρόμοιων απειλητικών για τη ζωή συμβάντων. Όσο και να μας σοκάρει η συγκεκριμένη είδηση, ακόμα πιο σοκαριστικό είναι το γεγονός ότι, στην Ελλάδα, δεν υπάρχουν επίσημα δεδομένα τα οποία αποτυπώνουν τις επιπτώσεις των φαρμακευτικών σφαλμάτων.
Η επιστημονική κοινότητα θα μπορούσε να επιχειρηματολογήσει πειστικά για το γεγονός ότι είναι πρακτικά αδύνατον να επιτευχθεί απόλυτος εκμηδενισμός της πιθανότητας εμφάνισης σφαλμάτων στον ευαίσθητο τομέα της υγείας, ειδικά αν αναλογιστούμε ότι ο ανθρώπινος παράγοντας (υγειονομικό προσωπικό) παρεμβαίνει τόσο αποφασιστικά στη λήψη αποφάσεων. Ακόμη και στο NHS της Μεγάλης Βρετανίας, το οποίο διαθέτει αξιόπιστουςμηχανισμούς αποφυγής σφαλμάτων και στο οποίο απασχολείται πληθώρα κλινικών φαρμακοποιών σε όλα τα στάδια παροχής φαρμακευτικής φροντίδας, το κόστος των σφαλμάτων υπολογίζεται ότι ξεπερνάει το μισό δισεκατομμύριο ευρώ ανά έτος. Αυτό όμως που διαφοροποιεί τη χώρα μας σε σχέση με τα προηγμένα υγειονομικά συστήματα άλλων χωρών, είναι το γεγονός ότι στην δεύτερη περίπτωση υπάρχουν μηχανισμοί συνεχούς εκτίμησης κινδύνου, καταγραφής, κοστολόγησης και δημοσιοποίησης των δεδομένων από κάθε μορφής και βαρύτητας σφαλμάτων, ενώ παράλληλα οι Αρχές λαμβάνουν τα ενδεικνυόμενα διορθωτικά και διαρθρωτικά μέτρα.
Στη χώρα μας, το Εθνικό Σύστημα Υγείας, στερείται εκείνων των εξειδικευμένων επαγγελματιών υγείας που θα μπορούσαν να εγγυηθούν την ασφάλεια στη φαρμακοθεραπεία. Απόρροια αυτού είναι και η πλήρης εξοικείωση όλων των εμπλεκόμενων στη παροχή υπηρεσίων υγείας με το απειλητικό “τέρας”, αυτιστικά προσποιούμενοι ότι “όλα βαίνουν καλώς”. Είναι τέτοιος ο βαθμός της εξοικείωσης ώστε να αρκούμαστε σε υποκριτικά ευχολόγια και ασαφείς υποσχέσεις ιθυνόντων κάθε φορά που βρίσκονται στη δημοσιογραφική επικαιρότητα παρόμοια θέματα. Αλήθεια, πόσο ακόμα θα περιμένουμε να συμβεί το επόμενο τραγικό συμβάν για να γίνουν, επιτέλους, οι απαραίτητες τομές για την ασφάλεια στην Υγεία;
Δυστυχώς, δεν θα ανέμενε κανείς από συνδικαλιστές με τυχοδιωκτική συμπεριφορά, οι οποίοι δεν εκφράζουν καν το όλον του Κλάδου, ει μη μόνον υφίστανται προς εκπλήρωση ίδιων συμφερόντων, να μπορούσαν να επιδείξουν τη δέουσα προσοχή στο ζήτημα. Ούτε να μπορούσαν να συνεργαστούν με οιανδήποτε Πολιτική και Υπηρεσιακή Ηγεσία του Υπουργείου Υγείας, θέτοντας επιτακτικά την ατζέντα της ασφάλειας. Παρομοίως, είναι αμφίβολη η ικανότητα τους να καταθέσουν ένα εμπνευσμένο Εθνικό Σχέδιο για την ανασύσταση της Φαρμακευτικής Φροντίδας στο Εθνικό Σύστημα Υγείας. Μια τέτοια προσπάθεια θα απαιτούσε ρεαλισμό, όραμα και ηγετικές ικανότητες που θα οδηγούσαν στη σύνθεση απόψεων, αντί της προσπάθειας να επιβληθεί και να επικρατήσει σε κάθε έκφανση του επαγγελματικού μας βίου η “μία, απόλυτη αλήθεια του ενός και μοναδικού ηγεμόνα”…
Η χώρα μας χρειάζεται άμεσα ένα εμπεριστατωμένο Εθνικό Σχέδιο, κοστολογημένο και προσαρμοσμένο στις δυνατότητες του δικού μας Συστήματος Υγείας. Δεν χρειαζόμαστε ακόμα ένα κακέκτυπο άθλιας μετάφρασης ή αντιγραφής ξενόφερτων σχεδίων. Για να συμβεί αυτό είναι απαραίτητο οι εμπλεκόμενοι στην κατάρτιση του Σχεδίου, πέρα από άρτια επιστημονική κατάρτιση, επιβάλλεται να έχουν πολυετή επαγγελματική εμπειρία, η οποία να αποδεικνύεται από -πραγματικά έτη εργασίας- στο Σύστημα Υγείας, κυρίως δε να έχουν επαφή με την τρέχουσα πραγματικότητα…
