Η σχεδιαζόμενη εγκατάσταση υποκατάστατου «φαρμακείου» εντός Αντικαρκινικού Νοσοκομείου προκαλεί έντονο προβληματισμό στην επιστημονική κοινότητα των νοσοκομειακών φαρμακοποιών.
Η νοσοκομειακή φαρμακευτική αποτελεί κρίσιμο κρίκο στην ολιστική φροντίδα των ογκολογικών ασθενών, καθώς οι νοσοκομειακοί φαρμακοποιοί δεν περιορίζονται μόνο στη διάθεση φαρμάκων,
αλλά:
1. Παρακολουθούν την ορθότητα και ασφάλεια των θεραπειών
2. Προλαμβάνουν αλληλεπιδράσεις και τοξικότητες
3. Παρέχουν συμβουλευτική και υποστηρίζουν τους ασθενείς στη συνέχιση της θεραπείας στο σπίτι.
Η διεθνής εμπειρία (EAHP Statements of Hospital Pharmacy, ESOP QuapoS7, WHO guidelines) καταδεικνύει ότι η αποσύνδεση της φαρμακευτικής διάθεσης από την κλινική παρακολούθηση (δηλ. η καρδιά της Νοσοκομειακής Φαρμακευτικής) θέτει σε κίνδυνο την ασφάλεια των ασθενών και υποβαθμίζει την ποιότητα της περίθαλψης, με άμεσο αυξημένο αντίκτυπο στη Φαρμακευτική Δαπάνη.
Η λύση στο πρόβλημα της πρόσβασης των ασθενών δεν είναι η υποκατάσταση του νοσοκομειακού φαρμακείου από παράλληλες δομές, αλλά η ουσιαστική ενίσχυσή του με επαρκές προσωπικό και πόρους, ώστε να ανταποκριθεί στον αυξημένο όγκο των ασθενών.
Καλούμε την Πολιτεία:
1. Να επανεξετάσει την απόφαση για ίδρυση υποκατάστατου «φαρμακείου», εντός ογκολογικού νοσοκομείου.
2. Να ενδυναμώσει τα νοσοκομειακά φαρμακεία, αναγνωρίζοντας τον ρόλο τους ως αναπόσπαστο τμήμα της θεραπευτικής ομάδας.
3. Να διασφαλίσει την εφαρμογή των διεθνών προτύπων που προστατεύουν την ασφάλεια και την αξιοπρέπεια των ογκολογικών ασθενών.
Η ενδυνάμωση της Νοσοκομειακής Φαρμακευτικής είναι η μόνη οδός που εγγυάται ολοκληρωμένη, ασφαλή και ποιοτική φροντίδα
