Η ελευθερία της έκφρασης, η θεσμική αξιοπρέπεια του κλάδου και τα όρια του εκφοβισμού

ΔΗΜΟΣΙΑ ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ

Η απαίτηση για παύση δημόσιων τοποθετήσεων, για ανάκληση απόψεων και ουσιαστικά για δήλωση μεταμέλειας και υποταγής δεν αποτελεί θεμιτή θεσμική αντίδραση. Αποτελεί ευθεία απόπειρα πίεσης, εκφοβισμού και φίμωσης. Και αυτό δεν είναι αποδεκτό.

Όταν η δημόσια, τεκμηριωμένη και καλόπιστη κριτική βαφτίζεται «επίθεση», όταν επιχειρείται να επιβληθεί σιωπή αντί απάντησης επί της ουσίας, τότε δεν έχουμε υπεράσπιση προσωπικότητας. Έχουμε έκφραση μιας βαθιά εξουσιαστικής αντίληψης, που θεωρεί ότι κάθε αντίθετη φωνή πρέπει να καμφθεί, να ταπεινωθεί και να υποταχθεί.

Ακόμη χειρότερα, η επιλογή αυτή συνοδεύεται από μια προφανή επιχείρηση αντιστροφής της πραγματικότητας. Εκεί όπου υπάρχουν επώνυμες καταγγελίες, θεσμικά ερωτήματα και εύλογες δημόσιες αντιδράσεις, επιχειρείται να κατασκευαστεί εικόνα θυματοποίησης, ώστε να μετατοπιστεί η συζήτηση από την ουσία σε ένα τεχνητό αφήγημα δήθεν προσωπικής στοχοποίησης. Πρόκειται για κλασική μέθοδο αποπροσανατολισμού και απονομιμοποίησης κάθε κριτικής.

Παράλληλα, ένας ολόκληρος κύκλος υποστηρικτών έχει ενεργοποιηθεί όχι για να συμβάλει σε νηφάλια θεσμική αποσαφήνιση, αλλά για να ενισχύσει ένα κλίμα λάσπης, απαξίωσης και εκφοβισμού. Αντί για επιχειρήματα, επιλέγονται υπαινιγμοί. Αντί για λογοδοσία, επιλέγεται η ηθική πίεση. Αντί για θεσμική σοβαρότητα, επιλέγεται η καλλιέργεια φόβου.

Η επιμονή σε πρακτικές με έντονα χαρακτηριστικά επιβολής αποδεικνύει ότι το πρόβλημα δεν περιορίστηκε ποτέ στενά σε έναν εργασιακό χώρο. Δυστυχώς, διαχύθηκε και δηλητηρίασε ευρύτερα τον επαγγελματικό δημόσιο βίο του κλάδου, δημιουργώντας μια νοσηρή κατάσταση θεσμικής πίεσης, ασφυξίας και εκτροπής. Όταν ο φόβος επιχειρεί να γίνει κανόνας, τότε θίγεται η ίδια η αξιοπρέπεια του επαγγελματικού μας χώρου.

Ιδιαίτερη εντύπωση προκαλεί, επίσης, ότι ορισμένοι από εκείνους που σήμερα εμφανίζονται ως τιμητές των πάντων και κήνσορες της ηθικής έχουν ήδη συνδεθεί σε παλαιότερα δημοσιεύματα με σοβαρά ζητήματα διαχείρισης περιουσίας φαρμακευτικού συλλόγου, ενώ έχουν παραδεχθεί ενώπιον Γενικής Συνέλευσης ότι κατείχαν ηχογραφημένο υλικό, το οποίο δεν τέθηκε εγκαίρως υπόψη των αρμοδίων αρχών, αλλά παρέμεινε επί χρόνια εκτός θεσμικής αξιοποίησης. Τέτοιες στάσεις δεν θεμελιώνουν ούτε ηθικό κύρος ούτε θεσμικό πλεονέκτημα. Αντιθέτως, γεννούν εύλογα ερωτήματα για τη συνέπεια, την αξιοπιστία και τα πραγματικά κίνητρα όσων σήμερα εμφανίζονται ως υπερασπιστές της νομιμότητας.

Πρέπει, συνεπώς, να γίνει απολύτως σαφές: η ελευθερία της έκφρασης, η δημόσια διατύπωση γνώμης, η ανάδειξη θεσμικών παθογενειών και η υπεράσπιση της επαγγελματικής αξιοπρέπειας των συναδέλφων δεν πρόκειται να τεθούν υπό καθεστώς φόβου, απειλής ή εξαναγκασμένης μεταμέλειας. Ο κλάδος δεν έχει ανάγκη από εξώδικες επιδείξεις ισχύος, από μηχανισμούς φίμωσης και από κατασκευασμένες αφηγήσεις θυματοποίησης. Έχει ανάγκη από διαφάνεια, λογοδοσία, θεσμική καθαρότητα και ελεύθερο λόγο.

Οι πρακτικές εκφοβισμού, ηθικής πίεσης και θεσμικής επιβολής δεν θα γίνουν ανεκτές. Η σιωπή δεν είναι λύση. Η απάντηση είναι η αλήθεια, η δημόσια λογοδοσία και η αταλάντευτη υπεράσπιση της αξιοπρέπειας και της ελευθερίας του κλάδου.

Leave a comment

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.