Blog

Όταν η αποτυχία βαφτίζεται «διάλογος πολιτικής»

Αφού επί χρόνια απέτυχαν παταγωδώς να υπερασπιστούν τη νοσοκομειακή φαρμακευτική και την τριτοβάθμια περίθαλψη, οι γνωστοί αποτυχημένοι συνδικαλιστικοί μηχανισμοί των Αθηνών επιχειρούν τώρα να επανεμφανιστούν ως «στρατηγικοί συνομιλητές» για το μέλλον της υγείας. Με νέο περιτύλιγμα, ίδιες πρακτικές και την ίδια επικίνδυνη αποσύνδεση από την πραγματικότητα των νοσοκομείων.

Πρόκειται για θεσμική προσβολή της νοημοσύνης όσων εργάζονται καθημερινά στο ΕΣΥ.

Οι ίδιοι άνθρωποι που:

δεν συγκρούστηκαν ποτέ σοβαρά με τα ασφαλιστικά ταμεία όταν αυτά μετέτρεψαν τη φαρμακευτική φροντίδα σε εργαλείο δημοσιονομικής ακροβασίας, δεν διεκδίκησαν οργανικές θέσεις, εξειδίκευση και επιστημονική αυτονομία για τα νοσοκομειακά φαρμακεία, δεν υπερασπίστηκαν την ασφάλεια ασθενών και προσωπικού όταν η υποστελέχωση έγινε κανονικότητα,

έρχονται σήμερα να μιλήσουν για «σχεδιασμό ανθρώπινου δυναμικού υγείας» και για την πρωτοβάθμια φροντίδα. Σαν να μην έχει προηγηθεί τίποτα. Σαν να μην έχουν αφήσει πίσω τους ένα απολύτως μετρήσιμο αποτύπωμα εγκατάλειψης.

Αυτό δεν είναι όραμα.

Είναι απόπειρα διαφυγής από την ευθύνη.

Η νοσοκομειακή φαρμακευτική δεν κατέρρευσε τυχαία. Υποβαθμίστηκε συστηματικά, με τη σιωπηρή ανοχή ή την πλήρη αδράνεια εκείνων που όφειλαν θεσμικά να τη θωρακίσουν. Παραδόθηκε:

στη λογική της «δαπάνης» αντί της φροντίδας, σε αποσπασματικές πολιτικές χωρίς επιστημονικό πυρήνα, σε ρόλους-λάστιχο και σε έναν επικίνδυνο αποεπαγγελματισμό.

Και τώρα, οι ίδιοι φορείς που δεν υπερασπίστηκαν ούτε τα στοιχειώδη, αυτοανακηρύσσονται συνομιλητές για το σύνολο του συστήματος υγείας. Χωρίς απολογισμό. Χωρίς αυτοκριτική. Χωρίς ίχνος ντροπής.

Η πραγματική τους αγωνία δεν είναι το μέλλον της υγείας.

Είναι το μέλλον της δικής τους συνδικαλιστικής επιβίωσης.

Όταν χάνεται η επαφή με τον χώρο που υποτίθεται ότι εκπροσωπείς, όταν η καθημερινότητα των νοσοκομείων σε διαψεύδει, τότε αναζητάς σωσίβιο σε γενικόλογες έννοιες: «διάλογος», «πολιτικές υγείας», «ολιστικές προσεγγίσεις». Λέξεις κενές, που λειτουργούν ως καπνογόνο για να μη συζητηθεί το ουσιώδες: ποιοι ευθύνονται για τη σημερινή κατάσταση.

Το πιο ανησυχητικό, όμως, δεν είναι η υποκρισία. Είναι η επικινδυνότητα. Διότι άνθρωποι που απέτυχαν να προστατεύσουν έναν κρίσιμο κλάδο του ΕΣΥ φιλοδοξούν να επηρεάσουν τη συνολική αρχιτεκτονική του. Αυτό δεν είναι απλώς αλαζονεία· είναι θεσμικός κυνισμός.

Το ΕΣΥ δεν έχει ανάγκη από άλλες ημερίδες, φωτογραφίες και προσχηματικούς «διαλόγους». Έχει ανάγκη από:

καθαρό απολογισμό, πολιτική ευθύνη με ονοματεπώνυμο, και ανθρώπους που έχουν αποδείξει στην πράξη ότι μπορούν να συγκρουστούν, όχι να συμβιβαστούν.

Όσοι συνέβαλαν —με πράξεις ή παραλείψεις— στην απαξίωση της νοσοκομειακής φαρμακευτικής, δεν μπορούν να εμφανίζονται ως αρχιτέκτονες του αύριο. Πρώτα οφείλουν να λογοδοτήσουν για το χθες.

Και αυτός ο λογαριασμός παραμένει ανοιχτός.

Οι μαριονέτες της παρακμής και η συνενοχή στη διάλυση του κλάδου

Κανένα διεφθαρμένο συνδικαλιστικό σύστημα δεν στέκεται μόνο του.

Για να επιβιώσει χρειάζεται μαριονέτες.

Χρειάζεται πρόθυμους, άφωνους, φοβισμένους ή καιροσκόπους ανθρώπους που έχουν βρει τρόπο να λουφάζουν, στηρίζοντας λυσσαλέα και άκριτα μια σαθρή, αποτυχημένη και επικίνδυνη συνδικαλιστική προεδρία.

Αυτοί δεν είναι απλώς «ουδέτεροι».

Δεν είναι «παρασυρμένοι».

Είναι συνειδητά πιόνια.

Άνθρωποι που βλέπουν:

την αναξιοπρέπεια, την αυθαιρεσία, την υπόγεια δράση, τη γελοιοποίηση του κλάδου,

και παρ’ όλα αυτά χειροκροτούν.

Γίνονται οι ίδιοι σκουπίδια πολιτικής ηθικής, όχι επειδή τους το επιβάλλει κάποιος, αλλά επειδή το επιλέγουν.

Γιατί η επιλογή είναι απλή και ντροπιαστική:

ή αξιοπρέπεια

ή «θεσούλα».

Και αυτοί διάλεξαν τη θεσούλα.

Λειτουργούν σαν πιόνια σκακιού, μετακινούμενα κατά βούληση από ένα προεδρείο που τους χρησιμοποιεί, τους εξευτελίζει και τους πετάει όποτε δεν χρειάζονται.

Το ξέρουν.

Το βιώνουν.

Το καταπίνουν.

Και συνεχίζουν.

Γιατί το μόνο που τους ενδιαφέρει είναι:

να εμφανίζονται «παράγοντες», να έχουν έναν τίτλο, να λένε έξω ότι «συμμετέχουν», να υπάρχουν σε φωτογραφίες, λίστες, επιτροπές.

Ούτε άποψη.

Ούτε θέση.

Ούτε θάρρος.

Αυτοί οι άνθρωποι κάνουν ακόμα μεγαλύτερο κακό από την ίδια τη διεφθαρμένη ηγεσία.

Γιατί χωρίς αυτούς, η ηγεσία θα κατέρρεε.

Είναι οι χρήσιμοι ηλίθιοι της παρακμής.

Οι σιωπηλοί συνεργοί.

Οι πρόθυμοι στυλοβάτες μιας κατάστασης που όλοι ξέρουν ότι είναι σάπια.

Και μην υπάρχει αυταπάτη:

δεν τους περιφρονεί μόνο ο κλάδος.

Τους περιφρονεί και το ίδιο το προεδρείο που στηρίζουν.

Τους χρειάζεται για ψήφους, για πλειοψηφίες, για αριθμούς.

Όχι για σκέψη.

Όχι για έργο.

Όχι για αξιοπρέπεια.

Η ιστορία τέτοιων τύπων είναι πάντα η ίδια:

μένουν προσκολλημένοι όσο υπάρχει εξουσία, εξαφανίζονται μόλις αυτή καταρρεύσει, και αφήνουν πίσω τους έναν κλάδο πιο κατεστραμμένο απ’ ό,τι τον βρήκαν.

Ας ειπωθεί καθαρά και χωρίς περιστροφές:

Όποιος στηρίζει συνειδητά τη διαφθορά, είναι μέρος της διαφθοράς.

Όποιος καλύπτει την ανεπάρκεια, είναι συνένοχος στην απαξίωση.

Όποιος σιωπά για να κρατήσει καρέκλα, δεν αξίζει να μιλά στο όνομα κανενός κλάδου.

Αίσχος, όχι γιατί δεν ξέρουν.

Αλλά γιατί ξέρουν πολύ καλά και συνεχίζουν.

Οι τουρίστες–συνδικαλιστές και η διεθνής γελοιοποίηση της Νοσοκομειακής Φαρμακευτικής

Ένα από τα πιο αποκρουστικά συμπτώματα της παρακμής στη νοσοκομειακή φαρμακευτική είναι η ύπαρξη μιας κάστας συνδικαλιστών–τουριστών.

Ανθρώπων που έχουν μετατρέψει τον συνδικαλισμό σε επάγγελμα, τα συνέδρια σε ταξιδιωτικό πρακτορείο και την «ευρωπαϊκή εκπροσώπηση» σε άλλοθι προσωπικής προβολής.

Τρέχουν από χώρα σε χώρα, από συνέδριο σε συνέδριο, από meeting σε meeting —

όχι για να φέρουν γνώση, πρακτικές ή μεταρρυθμίσεις πίσω στη χώρα,

αλλά για να βγάζουν φωτογραφίες, να μαζεύουν κονκάρδες και να χτίζουν προσωπικό μύθο.

Όταν επιστρέφουν, δεν φέρνουν τίποτα.

Ούτε τεκμηρίωση.

Ούτε προτάσεις.

Ούτε στρατηγική.

Η διεθνής πραγματικότητα σταματά στο boarding pass.

Δεν είναι απλώς ανίκανοι να μεταφέρουν την ευρωπαϊκή εμπειρία στην Ελλάδα.

Είναι επικίνδυνοι, γιατί χρησιμοποιούν το εξωτερικό ως επίφαση κύρους για να επιβάλουν εσωτερικά τη μετριότητά τους.

Και όταν κάποιος συνάδελφος τολμήσει:

να έχει αυτοτελή άποψη, να επικαλεστεί πραγματικές ευρωπαϊκές πρακτικές, να μιλήσει για αξιολόγηση, ρόλους, εξειδίκευση, ευθύνη,

τότε ενεργοποιείται ο υπόγειος μηχανισμός.

Όχι ανοιχτά.

Όχι καθαρά.

Αλλά με τον τρόπο που ξέρουν καλύτερα οι μικροί και οι φοβισμένοι:

ψίθυροι, «πληροφορίες», παρασκηνιακές παρεμβάσεις, υπαινιγμοί, πιέσεις μέσω διοικητικών ή ελεγκτικών μηχανισμών.

Ο στόχος δεν είναι η αντιπαράθεση ιδεών.

Είναι η σιωπή.

Να μάθει ο άλλος «να μη μιλάει».

Να καταλάβει ότι «δεν συμφέρει να ξεχωρίζει».

Να νιώσει ότι «κάποιος τον παρακολουθεί».

Αυτή δεν είναι συνδικαλιστική δράση.

Είναι μαφιόζικη συμπεριφορά χαμηλής έντασης, ντυμένη με θεσμικό μανδύα.

Και ας ειπωθεί ξεκάθαρα:

αυτοί οι άνθρωποι δεν χαίρουν κανενός σεβασμού στο εξωτερικό.

Στην ευρωπαϊκή και διεθνή επιστημονική κοινότητα:

δεν τους παίρνουν στα σοβαρά, δεν τους εμπιστεύονται, δεν τους ακούν.

Είναι γνωστοί όχι για τις θέσεις τους, αλλά για την αδυναμία τους.

Όχι για τις παρεμβάσεις τους, αλλά για την κενότητά τους.

Το όνομά τους —όταν ακούγεται— συνοδεύεται από ειρωνικά χαμόγελα και τη φράση που κανείς δεν λέει δημόσια αλλά όλοι σκέφτονται:

«Μακριά από αυτούς. Είναι επικίνδυνοι και αφερέγγυοι.»

Κι όμως, αυτοί οι ίδιοι άνθρωποι παριστάνουν τους «θεματοφύλακες του κλάδου» στο εσωτερικό.

Απειλούν, χειραγωγούν, φιμώνουν.

Όχι γιατί είναι ισχυροί —

αλλά γιατί φοβούνται θανάσιμα την έκθεση.

Γιατί ξέρουν ότι αν υπήρχε πραγματική αξιολόγηση:

θα εξαφανίζονταν από τον χάρτη, δεν θα είχαν ρόλο, δεν θα είχαν λόγο, δεν θα είχαν καρέκλα.

Αυτός είναι ο λόγος που πολεμούν κάθε αλλαγή.

Όχι από ιδεολογία.

Από αυτοσυντήρηση.

Και όσο αυτός ο τύπος συνδικαλισμού παραμένει ενεργός,

η νοσοκομειακή φαρμακευτική δεν θα είναι ποτέ ευρωπαϊκή.

Θα είναι απλώς μια κακή απομίμηση, κρατημένη πίσω από ανθρώπους που ταξιδεύουν πολύ

αλλά δεν έχουν πάει ποτέ πραγματικά πουθενά.

Η θεσμοθετημένη μετριότητα και ο παρασιτικός συνδικαλισμός στη Νοσοκομειακή Φαρμακευτική

Η κρίση της νοσοκομειακής φαρμακευτικής στην Ελλάδα δεν είναι τεχνική.

Δεν είναι καν οργανωτική.

Είναι ηθική, θεσμική και βαθιά πολιτισμική.

Και στον πυρήνα της βρίσκεται ένα σάπιο σύμπλεγμα:

η απόλυτη μονιμότητα χωρίς αξιολόγηση, σε πλήρη συνέργεια με έναν διεφθαρμένο, παρασιτικό συνδικαλισμό που λειτουργεί όχι ως εκπροσώπηση, αλλά ως μηχανισμός αλληλοπροστασίας της αδράνειας.

Εδώ και χρόνια, σε ένα περιβάλλον όπου κανείς δεν μετρά το παραγόμενο έργο και κανείς δεν λογοδοτεί γι’ αυτό, έχει παγιωθεί μια σιωπηρή, μόνιμη λευκή απεργία.

Όχι με πανό και συνθήματα — αλλά με συστηματική απουσία από την ουσία της εργασίας.

Άρνηση εκσυγχρονισμού.

Απαξίωση της συνεχιζόμενης εκπαίδευσης.

Αποστροφή προς κάθε μορφή ευθύνης, εξειδίκευσης ή αξιολόγησης.

Δικαιώματα που θεσπίστηκαν για να προστατεύουν τον εργαζόμενο μετατρέπονται σε εργαλεία κατάχρησης, με τρόπο που αποδιοργανώνει πλήρως τις υπηρεσίες.

Πολυετείς απουσίες χωρίς ουσιαστικό έλεγχο, χωρίς επανεκπαίδευση, χωρίς καμία μέριμνα για τη λειτουργική συνέχεια των φαρμακείων.

Το βάρος μεταφέρεται πάντα στους ίδιους: στους ελάχιστους που εξακολουθούν να εργάζονται, να αντέχουν και να κρατούν όρθια την υπηρεσία.

Το πιο ανησυχητικό όμως δεν είναι το παρελθόν. Είναι το παρόν και το μέλλον.

Νεότεροι επαγγελματίες, που θα έπρεπε να αποτελούν φορείς αλλαγής, ενσωματώνονται με εντυπωσιακή ταχύτητα σε μια νοοτροπία ελάχιστης προσπάθειας.

Η λογική είναι απλή και κυνική:

«Δεν αξιολογούμαι, δεν μετακινούμαι, δεν απομακρύνομαι — άρα γιατί να προσπαθήσω;»

Και εδώ ακριβώς εμφανίζεται ο πιο τοξικός παράγοντας του συστήματος:

ο συνδικαλισμός της παρακμής.

Όχι ο συνδικαλισμός της διεκδίκησης.

Όχι ο συνδικαλισμός της ποιότητας ή της αναβάθμισης του κλάδου.

Αλλά ένας συνδικαλισμός που:

επενδύει συνειδητά στη μετριότητα, στρατολογεί τους αδρανείς, προστατεύει τους ανεπαρκείς, και επιτίθεται σε όποιον παράγει έργο, εκθέτοντας τη σύγκριση.

Οι συνδικαλιστές αυτού του τύπου δεν φοβούνται την κακή διοίκηση.

Τη χρειάζονται.

Χωρίς αξιολόγηση δεν έχουν λόγο ύπαρξης.

Χωρίς μετρήσιμα αποτελέσματα δεν αποκαλύπτεται η γύμνια τους.

Χωρίς αδιαφάνεια δεν μπορούν να διατηρήσουν την εξουσία τους.

Έτσι στήνεται ένας φαύλος κύκλος:

η αδράνεια γεννά συνδικαλιστική προστασία και η συνδικαλιστική προστασία θεσμοθετεί την αδράνεια.

Πρόκειται για συστημική ομηρία:

ομηρία των υπηρεσιών, ομηρία των συναδέλφων που εργάζονται πραγματικά, ομηρία των διοικήσεων που φοβούνται τη σύγκρουση, και τελικά ομηρία ολόκληρου του κλάδου.

Η ειρωνεία είναι ότι αυτός ο συνδικαλισμός εμφανίζεται συχνά ως «προοδευτικός» ή «αγωνιστικός», ενώ στην πράξη λειτουργεί βαθιά αντιδραστικά:

μπλοκάρει κάθε αλλαγή, πολεμά κάθε αξιολόγηση, υπονομεύει κάθε έννοια επαγγελματισμού.

Το αποτέλεσμα είναι μια νοσοκομειακή φαρμακευτική που:

απαξιώνεται κοινωνικά, γελοιοποιείται θεσμικά, και δεν μπορεί να διεκδικήσει ρόλο στον σύγχρονο υγειονομικό χάρτη.

Όσο το σύστημα αυτό παραμένει άθικτο, καμία μεταρρύθμιση δεν θα πετύχει.

Γιατί δεν μπορείς να χτίσεις ποιότητα πάνω στη θεσμοθετημένη μετριότητα

και δεν μπορείς να εκσυγχρονίσεις έναν κλάδο που προστατεύει την ανεπάρκεια ως δικαίωμα.

Η νοσοκομειακή φαρμακευτική δεν χρειάζεται άλλες προσλήψεις χωρίς κριτήρια.

Χρειάζεται ρήξη.

Ρήξη με τον ψευδοσυνδικαλισμό.

Ρήξη με την ατιμωρησία.

Ρήξη με την ιδέα ότι η θέση είναι πιο ιερή από τον ρόλο.

Χωρίς αυτή τη ρήξη, ο κλάδος θα συνεχίσει να βουλιάζει —

όχι επειδή δεν μπορεί,

αλλά επειδή δεν του επιτρέπουν να αλλάξει.

Οι Νοσοκομειακοί Φαρμακοποιοί σε Θεσμική Ομηρία:

Μισός Αιώνας Χαμένος από Συνδικαλιστική Ανεπάρκεια

Καθώς βρίσκεται σε εξέλιξη η αναδιοργάνωση των οργανισμών των νοσοκομείων, αναδεικνύεται με τον πιο ωμό τρόπο η θεσμική αδυναμία των Νοσοκομειακών Φαρμακοποιών.

Μια αδυναμία που δεν προέκυψε τυχαία, δεν επιβλήθηκε από καμία κυβέρνηση και δεν προέκυψε από την υποβάθμιση του ρόλου του φαρμακοποιού ως επιστήμονα.

Αντίθετα, αποτελεί το αποτέλεσμα δεκαετιών συνδικαλιστικής ανεπάρκειας, έλλειψης στρατηγικής, απουσίας σοβαρού σχεδίου και παντελούς αδυναμίας να διεκδικηθεί το αυτονόητο: η θεσμική θωράκιση ενός κρίσιμου κλάδου του ΕΣΥ.

Η κραυγαλέα σύγκριση: Κλινική Διατροφή vs Νοσοκομειακό Φαρμακείο

Την ώρα που οι επιστήμονες της Κλινικής Διατροφής κατάφεραν—και σωστά—να κατοχυρώσουν με νόμο:

Αυτοτελές Τμήμα απευθείας υπαγόμενο στη Διοίκηση, Θεσμοθετημένη αναλογία οργανικών θέσεων ανά κλίνες, Σαφή διοικητική οντότητα και επιχειρησιακό ρόλο,

οι Νοσοκομειακοί Φαρμακοποιοί παραμένουν εγκλωβισμένοι:

σε διοικητική υπαγωγή στον εργαστηριακό τομέα, χωρίς διοικητική αυτοτέλεια, χωρίς θεσμική περιγραφή του ρόλου, χωρίς αναλογία προσωπικού, χωρίς δομή που να ανταποκρίνεται στις ευρωπαϊκές απαιτήσεις.

Η σύγκριση δεν είναι τυχαία.

Αποκαλύπτει τι μπορεί να επιτευχθεί όταν ένας κλάδος έχει συνδικαλιστικό σχέδιο,

και τι συμβαίνει όταν ένας κλάδος δεν έχει καθόλου.

Το υπόδειγμα οργανισμού-φιάσκο: μια χαμένη ευκαιρία

Όταν, μετά από δεκαετίες αδράνειας, οι συνδικαλιστικοί εκπρόσωποι αποφάσισαν να προτείνουν ένα “υπόδειγμα οργανισμού νοσοκομείου”, το αποτέλεσμα ήταν αποκαρδιωτικό.

Ένα κείμενο:

πρόχειρα διατυπωμένο, χωρίς επιστημονικά ή ευρωπαϊκά πρότυπα, με σοβαρά διοικητικά λάθη, που δεν θα μπορούσε να σταθεί σε κανένα σύγχρονο οργανισμό υγείας.

Το σοβαρότερο όμως λάθος ήταν η πρόταση για διαβαθμισμένες οργανικές θέσεις στο Νοσοκομειακό Φαρμακείο.

Μια πρόταση που:

δεν υπάρχει σε κανέναν άλλο κλάδο του ΕΣΥ, δεν εφαρμόζεται στους γιατρούς, υπονομεύει μελλοντική στελέχωση, και οδηγεί σε μια μορφή εσωτερικής “κάστας” που κατακερματίζει τον κλάδο.

Αντί να ενισχυθεί το φαρμακείο ως κεντρική υπηρεσία,

το προτεινόμενο μοντέλο το καθιστά πιο αδύναμο και λιγότερο λειτουργικό.

Πενήντα χρόνια χαμένα – χωρίς όραμα, χωρίς στρατηγική, χωρίς αποτέλεσμα

Ενώ ο ρόλος του Νοσοκομειακού Φαρμακείου στο σύγχρονο σύστημα υγείας είναι:

κλινικός, ρυθμιστικός, οικονομικός, τεχνολογικός, κρίσιμος για την ασφάλεια των ασθενών,

ο κλάδος παραμένει θεσμικά αόρατος.

Δεν υπάρχει:

αναγνώριση ευθύνης στη φαρμακοθεραπεία, αυτοτελής διοικητική γραμμή, προστατευτική νομοθεσία, καταγεγραμμένος επαγγελματικός ρόλος, ευρωπαϊκά πρότυπα λειτουργίας ενσωματωμένα στο ΕΣΥ, αναλογία προσωπικού που να αντανακλά τις πραγματικές ανάγκες.

Και όλα αυτά, όχι επειδή ο ρόλος του φαρμακοποιού είναι μικρός.

Αλλά επειδή δεν υπήρξε ποτέ σοβαρή διεκδίκηση.

Η κουλτούρα της αδράνειας

Για χρόνια, η συνδικαλιστική εκπροσώπηση του κλάδου λειτουργούσε με τη λογική:

της ήσσονος προσπάθειας, της απουσίας σύγκρουσης, της επιφανειακής παρουσίας, της μικροπολιτικής επίδειξης, της ενδοσκόπησης και όχι της εξωστρέφειας, της διατήρησης ισορροπιών αντί της διεκδίκησης.

Ο κλάδος πλήρωσε αυτήν την κουλτούρα:

με υποστελέχωση, με επαγγελματική απαξίωση, με έλλειψη ρόλου στον οργανισμό του νοσοκομείου, με απουσία φωνής στα θεσμικά κέντρα λήψης αποφάσεων.

Η αναδιοργάνωση των οργανισμών: τελευταία ευκαιρία ή οριστική ταφόπλακα;

Η τρέχουσα αναδιοργάνωση μπορεί:

είτε να αποτελέσει σημείο μηδέν για έναν πραγματικό επαναπροσδιορισμό του Νοσοκομειακού Φαρμακείου, είτε να σφραγίσει οριστικά την υποβάθμισή του για τις επόμενες δεκαετίες.

Αν ο κλάδος δεν αποκτήσει:

ενιαίο επιστημονικό αφήγημα, διεκδίκησεις βασισμένες σε ευρωπαϊκά πρότυπα, σοβαρή θεσμική εκπροσώπηση, συμμαχίες με κλινικές ειδικότητες, διεκδικητικό λόγο απέναντι στο Υπουργείο,

τότε η κατηφόρα θα συνεχιστεί.

Και τότε, η ιστορία θα είναι αμείλικτη:

δεν έφταιξαν “οι άλλοι” — φταίξαμε εμείς που δεν διεκδικήσαμε.

Επίλογος

Ο Νοσοκομειακός Φαρμακοποιός είναι ένας από τους πλέον εξειδικευμένους και απαραίτητους επιστήμονες του ΕΣΥ.

Όμως χωρίς θεσμική υποστήριξη, χωρίς στρατηγικό σχέδιο και χωρίς σοβαρή εκπροσώπηση, ο ρόλος του παραμένει ελλιπώς κατοχυρωμένος και συνεχώς υποβαθμιζόμενος.

Ήρθε η ώρα για μια νέα συνδικαλιστική κουλτούρα:

μια κουλτούρα ευθύνης, σοβαρότητας, επιστημονικής τεκμηρίωσης και διεκδίκησης.

Αν ο κλάδος δεν αλλάξει τώρα,

θα παραμείνει 50 χρόνια πίσω σε έναν χώρο που αλλάζει κάθε 5.