Blog

Ημέρα Νοσοκομειακής Φαρμακευτικής: Από τη σιωπηλή ευθύνη στη θεσμική διεκδίκηση

Οι δυνάμεις απελευθερώθηκαν, το ποτάμι δεν γυρίζει πίσω

Η Ημέρα Νοσοκομειακής Φαρμακευτικής δεν αποτελεί απλώς μια συμβολική αναφορά. Αποτελεί υπενθύμιση ενός κρίσιμου, αλλά συχνά υποτιμημένου ρόλου: της διασφάλισης ότι η φαρμακευτική θεραπεία είναι ορθή, αποτελεσματική και ασφαλής για κάθε ασθενή.

Η ευθύνη αυτή δεν είναι διακοσμητική. Είναι πυρήνας της ποιότητας της περίθαλψης.

Και όμως, επί μακρόν, η φαρμακευτική επιστημονική γνώση παραμένει θεσμικά υποεκπροσωπούμενη. Σε ένα περιβάλλον όπου οι αποφάσεις για τη φαρμακοθεραπεία επηρεάζονται από οικονομικές πιέσεις και διοικητικές λογικές, η ανεξάρτητη, τεκμηριωμένη φαρμακευτική κρίση δεν έχει κατοχυρωθεί στον βαθμό που απαιτεί η ασφάλεια των ασθενών.

Το ερώτημα δεν είναι θεωρητικό:
Ποιος ενσωματώνει συστηματικά τη φαρμακευτική τεκμηρίωση στη λήψη κλινικών αποφάσεων;
Ποιος διασφαλίζει ότι η σχέση κόστους και θεραπευτικής αξίας αξιολογείται με επιστημονικούς όρους και όχι αποκλειστικά με λογιστικά κριτήρια;
Ποιος εγγυάται ότι επιλογές που εμφανίζονται ως «οικονομικές» δεν υπονομεύουν τη μακροπρόθεσμη επάρκεια φαρμάκων και την ποιότητα της φροντίδας;

Οι παγκόσμιες ελλείψεις φαρμάκων και οι διαταραχές στην εφοδιαστική αλυσίδα καθιστούν ακόμη πιο επιτακτική την ανάγκη εφαρμογής μιας ολοκληρωμένης φαρμακευτικής στρατηγικής εντός των νοσοκομείων.

Παράλληλα, η πολυετής –και συχνά άνευ απτών αποτελεσμάτων– συνδικαλιστική εκπροσώπηση του χώρου δεν κατόρθωσε να μετατρέψει τη θεσμική γνώση σε ουσιαστική επιρροή. Η απουσία συνεκτικής διεκδίκησης, η έλλειψη στρατηγικής στόχευσης και η αδυναμία κατοχύρωσης σαφών επαγγελματικών ρόλων έχουν συμβάλει στη διατήρηση ενός κενού μεταξύ ευθύνης και θεσμικής ισχύος.

Το αποτέλεσμα είναι σαφές:
Οι νοσοκομειακοί φαρμακοποιοί φέρουν κρίσιμες ευθύνες χωρίς το αντίστοιχο θεσμικό αποτύπωμα στη λήψη αποφάσεων.

Η Ημέρα Νοσοκομειακής Φαρμακευτικής οφείλει, επομένως, να επαναπροσδιοριστεί. Όχι ως εθιμοτυπική αναγνώριση, αλλά ως αφετηρία ουσιαστικής θεσμικής επανεκκίνησης.

Απαιτείται:
– Ενσωμάτωση της φαρμακευτικής επιστημονικής κρίσης σε όλα τα επίπεδα λήψης αποφάσεων
– Αναγνώριση του ρόλου του νοσοκομειακού φαρμακοποιού ως κλινικού εταίρου
– Σύνδεση της φαρμακευτικής πολιτικής με την ασφάλεια των ασθενών και όχι αποκλειστικά με δείκτες κόστους
– Ανάπτυξη ανθεκτικών μοντέλων εφοδιαστικής αλυσίδας με επιστημονικά κριτήρια

Η ποιότητα της φροντίδας δεν μπορεί να διασφαλιστεί χωρίς τη φαρμακευτική επιστήμη στο επίκεντρο.

Η ανάδειξη του ρόλου της νοσοκομειακής φαρμακευτικής δεν αποτελεί συντεχνιακή διεκδίκηση.
Αποτελεί προϋπόθεση για ένα σύστημα υγείας ασφαλές, αξιόπιστο και δίκαιο.

Η Ημέρα Νοσοκομειακής Φαρμακευτικής είναι η στιγμή να ειπωθεί με σαφήνεια:
η ευθύνη υπάρχει ήδη.
Η θεσμική κατοχύρωση δεν μπορεί να καθυστερεί άλλο.


Με αφορμή τη σχετική τοποθέτηση του
Klaus Meier
Προέδρου της European Society of Oncology Pharmacy

Σκέψεις για την Ημέρα Νοσοκομειακής Φαρμακευτικής

Επιστολή του Klaus Meier, Προέδρου της ESOP

Η Ημέρα Νοσοκομειακής Φαρμακευτικής είναι κάτι περισσότερο από μια συμβολική περίσταση – αποτελεί μια αναγκαία υπενθύμιση αυτού που βρίσκεται στον πυρήνα του έργου μας: την παροχή της καλύτερης δυνατής φροντίδας στους ασθενείς.

Για κάθε νοσοκομειακό φαρμακοποιό, η ευθύνη είναι κεντρική: η διασφάλιση ότι τα φάρμακα χρησιμοποιούνται ορθά, αποτελεσματικά και με ασφάλεια. Η ορθή και επαρκής χρήση των φαρμάκων δεν αποτελεί μια τεχνική λεπτομέρεια – είναι θεμέλιο της ποιοτικής θεραπευτικής φροντίδας.

Και όμως, αυτή η εξειδίκευση συχνά δεν αναγνωρίζεται όπως θα έπρεπε.

Ποιος ιατρός είναι πρόθυμος να αποδεχθεί ανεξάρτητη, τεκμηριωμένη φαρμακευτική συμβουλή – απαλλαγμένη από εμπορικές επιρροές και πρακτικές μάρκετινγκ;

Ποιος οικονομολόγος υγείας κατανοεί πραγματικά τη σχέση μεταξύ κόστους και ορθής φαρμακοθεραπείας – πέρα από τις βραχυπρόθεσμες πιέσεις τιμών και τη λογική των προμηθειών;

Ποιος αναγνωρίζει ότι φαινομενικά «φθηνές» λύσεις μπορούν να υπονομεύσουν τη μακροπρόθεσμη ασφάλεια εφοδιασμού και την ποιότητα της φροντίδας;

Επί σειρά ετών, η νοσοκομειακή φαρμακευτική εργάζεται ενεργά για την αντιμετώπιση των ελλείψεων φαρμάκων – ενός προβλήματος που τροφοδοτείται από ασυντόνιστες πρακτικές εξωτερικής ανάθεσης και παγκόσμιες εξαρτήσεις. Οι εξελίξεις αυτές θέτουν σε κίνδυνο τη φροντίδα των ασθενών. Πρωτοβουλίες όπως η «Safety for Citizens» αναδεικνύουν λύσεις για την ενίσχυση της ανθεκτικότητας της εφοδιαστικής αλυσίδας.

Γιατί λοιπόν χρειαζόμαστε την Ημέρα Νοσοκομειακής Φαρμακευτικής;

Διότι καθιστά ορατό ένα επάγγελμα που δρα στο παρασκήνιο, αλλά είναι κρίσιμο για την ασφάλεια των ασθενών.

Διότι συμβάλλει στην κατανόηση και την ευαισθητοποίηση γύρω από τις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις στα συστήματα υγείας.

Διότι υπενθυμίζει ότι η έντιμη, ασθενοκεντρική φροντίδα αποτελεί συλλογική ευθύνη.

Η νοσοκομειακή φαρμακευτική δρα σε ένα πεδίο έντασης: μεταξύ οικονομικής πίεσης και επαγγελματικής ευθύνης, μεταξύ συστημικών περιορισμών και της δέσμευσης για βέλτιστη θεραπεία. Ακριβώς μέσα από αυτή την αμφισημία αναδύεται η μοναδική της επάρκεια.

Ο εορτασμός της Ημέρας Νοσοκομειακής Φαρμακευτικής με αξιοπρέπεια σημαίνει να σταθούμε, να αναδείξουμε αυτό το έργο, να συμμετάσχουμε σε διάλογο – και να αναγνωρίσουμε με σαφήνεια την αξία της φαρμακευτικής επιστημονικής γνώσης σε ένα ασφαλές και δίκαιο σύστημα υγείας.

Klaus Meier

Πρόεδρος European Society of Oncology Pharmacy

————————————————————————-

Thoughts on Hospital Pharmacy Day

Hospital Pharmacy Day is more than a symbolic occasion – it is a necessary reminder of what lies at the heart of our work: providing the best possible care for patients.


For every hospital pharmacist, responsibility is central: ensuring that medicines are used appropriately, effectively, and safely. The correct and sufficient use of medicines is not a technical detail – it is a cornerstone of high-quality treatment.


And yet, this expertise is often not valued as it should be.
Which physician is willing to accept independent, evidence-based pharmaceutical advice – free from commercial influence and marketing?
Which health economist truly understands the relationship between costs and appropriate pharmacotherapy – beyond short-term price pressure and procurement logic?
Who recognizes that seemingly “cheap” solutions can undermine long-term supply security and quality of care?


For years, hospital pharmacy has been actively working against medicine shortages – a problem driven by uncoordinated outsourcing and global dependencies. These developments put patient care at risk. Initiatives such as Safety for Citizens highlight solutions to strengthen supply resilience.


So why do we need Hospital Pharmacy Day?
Because it creates visibility for a profession that works in the background but is essential to patient safety.
Because it contributes to knowledge and awareness about necessary changes in healthcare systems.
Because it reminds us that honest, patient-centered care is a shared responsibility.


Hospital pharmacy operates in a field of tension: between economic pressure and professional responsibility, between system constraints and the commitment to optimal therapy. It is precisely from this ambivalence that its unique competence emerges.


To observe Hospital Pharmacy Day with dignity means to pause, to make this work visible, to engage in dialogue – and to clearly acknowledge the value of pharmaceutical expertise in safe and equitable healthcare.

Το σύστημα που δεν αντέχει το φως

Όταν η διοίκηση παύει να λογοδοτεί και η σιωπή γίνεται μηχανισμός εξουσίας


Δεν είναι εύκολο να γράφονται τέτοια κείμενα.
Όχι επειδή λείπουν τα στοιχεία, αλλά επειδή για πολύ καιρό περίσσευε η σιωπή σε αυτόν τον Κλάδο!

Όσοι βρίσκονται μέσα στον χώρο γνωρίζουν.
Όσοι βρίσκονται κοντά, αντιλαμβάνονται ότι κάτι δεν λειτουργεί όπως θα έπρεπε.
Και όσοι παρακολουθούν από απόσταση αρχίζουν να βλέπουν τα τερατουργήματα που μέχρι χθες κρυβόταν πίσω από την «τυπικότητα» των διαδικασιών.

Το πρόβλημα δεν είναι ότι συνέβη κάτι αιφνίδιο.
Το πρόβλημα είναι ότι μια ολόκληρη κατάσταση εγκαθιδρύθηκε σταδιακά — και τελικά έγινε «κανονικότητα».

Η μετάβαση δεν έγινε με θόρυβο, αλλά με ανοχή.
Και η ανοχή, όταν διαρκεί, μετατρέπεται σε κανόνα.

Σε κάθε συλλογικό φορέα υπάρχει ένα αόρατο όριο. Από τη μία πλευρά βρίσκονται οι αρχές: διαφάνεια, λογοδοσία, εμπιστοσύνη. Από την άλλη, ένα άτυπο πεδίο όπου οι κανόνες υποχωρούν και αντικαθίστανται από εκβιαστικές ισορροπίες.

Όταν αυτό το όριο χαθεί, η διοίκηση παύει να είναι θεσμική λειτουργία και γίνεται μηχανισμός αυτοπροστασίας της παρανομίας.

Και τότε εμφανίζονται τα πρώτα σημάδια:
οι ερωτήσεις καθυστερούν να απαντηθούν,
οι αποφάσεις δεν εξηγούνται επαρκώς,
και η ανάγκη για έλεγχο παρουσιάζεται ως περιττή ένταση.

Σε αυτό το περιβάλλον, δημιουργείται μια ιδιότυπη σύμπραξη προσώπων.
Όχι με όρους κοινής στόχευσης, αλλά με όρους αμοιβαίας ανοχής.

Η ένταση του ενός δεν ανακόπτεται. Απορροφάται.
Η σκιά και τα μαύρο παρελθόν του άλλου δεν διερευνάται. Περιβάλλεται με σιωπή.

Έτσι συγκροτείται ένα κλειστό σύστημα, στο οποίο η αδυναμία δεν αποδυναμώνει — δεσμεύει.
Δεν υπάρχει έλεγχος. Υπάρχει αμοιβαία εξάρτηση.

Οι ρόλοι παύουν να είναι διακριτοί και οι ευθύνες παύουν να είναι ατομικές.
Αυτό που παραμένει είναι ένα πλέγμα ισορροπιών, όπου κανείς δεν κινείται ελεύθερα, γιατί κάθε κίνηση διαταράσσει το σύνολο.

Δεν πρόκειται απλώς για δυσλειτουργία.
Πρόκειται για μια κλειστή συνθήκη εξουσίας.

Το πιο ανησυχητικό, όμως, δεν είναι αυτό. Είναι ότι αυτή η κατάσταση έφτασε σε σημείο να κριθεί — και να απορριφθεί.

Το Σώμα μίλησε!, απέσυρε ρητά και με σαφήνεια την εμπιστοσύνη του προς τη διοίκηση μέσα από δημοκρατικές διαδικασίες.

Όταν, παρά ταύτα, η διοίκηση συνεχίζει να λειτουργεί σαν να μην έχει συμβεί τίποτα, τότε το πρόβλημα αλλάζει διάσταση.

Δεν είναι πλέον θέμα διαχείρισης.
Είναι θέμα νομιμοποίησης.

Όταν συνεχίζεις να αποφασίζεις χωρίς εμπιστοσύνη,
να αποκλείεις χωρίς σαφή κριτήρια,
και να ασκείς εξουσία χωρίς λογοδοσία,
δεν διαχειρίζεσαι έναν φορέα.

Τον εκθέτεις.

Σε αυτό το σημείο, η σιωπή δεν είναι ουδετερότητα.
Είναι ενεργή στάση.

Και όσο παρατείνεται, τόσο βαθαίνει το πρόβλημα.

Γιατί ένα σύστημα που δεν διορθώνεται από μέσα, δεν παραμένει απλώς στάσιμο.
Συσσωρεύει ερωτήματα, σκιές, εκκρεμότητες.
Συσσωρεύει την ανάγκη για κάτι που δεν μπορεί πια να αποφευχθεί.

Τη διερεύνηση.

Όχι ως τιμωρία.
Αλλά ως αποκατάσταση.

Όχι για να δημιουργηθούν εντυπώσεις.
Αλλά για να επανέλθει η τάξη εκεί όπου έχει διαταραχθεί.

Γιατί σε ένα κράτος δικαίου, η εμπιστοσύνη δεν επιβάλλεται. Κερδίζεται.
Και όταν χαθεί, δεν ανακτάται με σιωπή.

Ανακτάται μόνο με αλήθεια.

Και η αλήθεια, αργά ή γρήγορα, βρίσκει τον τρόπο να ειπωθεί.

Η ελευθερία της έκφρασης, η θεσμική αξιοπρέπεια του κλάδου και τα όρια του εκφοβισμού

ΔΗΜΟΣΙΑ ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ

Η απαίτηση για παύση δημόσιων τοποθετήσεων, για ανάκληση απόψεων και ουσιαστικά για δήλωση μεταμέλειας και υποταγής δεν αποτελεί θεμιτή θεσμική αντίδραση. Αποτελεί ευθεία απόπειρα πίεσης, εκφοβισμού και φίμωσης. Και αυτό δεν είναι αποδεκτό.

Όταν η δημόσια, τεκμηριωμένη και καλόπιστη κριτική βαφτίζεται «επίθεση», όταν επιχειρείται να επιβληθεί σιωπή αντί απάντησης επί της ουσίας, τότε δεν έχουμε υπεράσπιση προσωπικότητας. Έχουμε έκφραση μιας βαθιά εξουσιαστικής αντίληψης, που θεωρεί ότι κάθε αντίθετη φωνή πρέπει να καμφθεί, να ταπεινωθεί και να υποταχθεί.

Ακόμη χειρότερα, η επιλογή αυτή συνοδεύεται από μια προφανή επιχείρηση αντιστροφής της πραγματικότητας. Εκεί όπου υπάρχουν επώνυμες καταγγελίες, θεσμικά ερωτήματα και εύλογες δημόσιες αντιδράσεις, επιχειρείται να κατασκευαστεί εικόνα θυματοποίησης, ώστε να μετατοπιστεί η συζήτηση από την ουσία σε ένα τεχνητό αφήγημα δήθεν προσωπικής στοχοποίησης. Πρόκειται για κλασική μέθοδο αποπροσανατολισμού και απονομιμοποίησης κάθε κριτικής.

Παράλληλα, ένας ολόκληρος κύκλος υποστηρικτών έχει ενεργοποιηθεί όχι για να συμβάλει σε νηφάλια θεσμική αποσαφήνιση, αλλά για να ενισχύσει ένα κλίμα λάσπης, απαξίωσης και εκφοβισμού. Αντί για επιχειρήματα, επιλέγονται υπαινιγμοί. Αντί για λογοδοσία, επιλέγεται η ηθική πίεση. Αντί για θεσμική σοβαρότητα, επιλέγεται η καλλιέργεια φόβου.

Η επιμονή σε πρακτικές με έντονα χαρακτηριστικά επιβολής αποδεικνύει ότι το πρόβλημα δεν περιορίστηκε ποτέ στενά σε έναν εργασιακό χώρο. Δυστυχώς, διαχύθηκε και δηλητηρίασε ευρύτερα τον επαγγελματικό δημόσιο βίο του κλάδου, δημιουργώντας μια νοσηρή κατάσταση θεσμικής πίεσης, ασφυξίας και εκτροπής. Όταν ο φόβος επιχειρεί να γίνει κανόνας, τότε θίγεται η ίδια η αξιοπρέπεια του επαγγελματικού μας χώρου.

Ιδιαίτερη εντύπωση προκαλεί, επίσης, ότι ορισμένοι από εκείνους που σήμερα εμφανίζονται ως τιμητές των πάντων και κήνσορες της ηθικής έχουν ήδη συνδεθεί σε παλαιότερα δημοσιεύματα με σοβαρά ζητήματα διαχείρισης περιουσίας φαρμακευτικού συλλόγου, ενώ έχουν παραδεχθεί ενώπιον Γενικής Συνέλευσης ότι κατείχαν ηχογραφημένο υλικό, το οποίο δεν τέθηκε εγκαίρως υπόψη των αρμοδίων αρχών, αλλά παρέμεινε επί χρόνια εκτός θεσμικής αξιοποίησης. Τέτοιες στάσεις δεν θεμελιώνουν ούτε ηθικό κύρος ούτε θεσμικό πλεονέκτημα. Αντιθέτως, γεννούν εύλογα ερωτήματα για τη συνέπεια, την αξιοπιστία και τα πραγματικά κίνητρα όσων σήμερα εμφανίζονται ως υπερασπιστές της νομιμότητας.

Πρέπει, συνεπώς, να γίνει απολύτως σαφές: η ελευθερία της έκφρασης, η δημόσια διατύπωση γνώμης, η ανάδειξη θεσμικών παθογενειών και η υπεράσπιση της επαγγελματικής αξιοπρέπειας των συναδέλφων δεν πρόκειται να τεθούν υπό καθεστώς φόβου, απειλής ή εξαναγκασμένης μεταμέλειας. Ο κλάδος δεν έχει ανάγκη από εξώδικες επιδείξεις ισχύος, από μηχανισμούς φίμωσης και από κατασκευασμένες αφηγήσεις θυματοποίησης. Έχει ανάγκη από διαφάνεια, λογοδοσία, θεσμική καθαρότητα και ελεύθερο λόγο.

Οι πρακτικές εκφοβισμού, ηθικής πίεσης και θεσμικής επιβολής δεν θα γίνουν ανεκτές. Η σιωπή δεν είναι λύση. Η απάντηση είναι η αλήθεια, η δημόσια λογοδοσία και η αταλάντευτη υπεράσπιση της αξιοπρέπειας και της ελευθερίας του κλάδου.

Θεσμοθέτηση επίσημου φορέα εκπροσώπησης φαρμακοποιών νοσοκομειακής και εξειδικευμένης φαρμακευτικής περίθαλψης

Προς τον αξιότιμο Υπουργό Υγείας,

Θέμα

Θεσμική αναγνώριση και σύσταση, με νομοθετική ρύθμιση και δημοσίευση σε ΦΕΚ, ενιαίου φορέα εκπροσώπησης των φαρμακοποιών που ασκούν φαρμακευτική πρακτική σε δομές νοσοκομειακής και εξειδικευμένης περίθαλψης.

1. Διαπιστωμένο θεσμικό κενό

Στην ελληνική έννομη τάξη υφίσταται επίσημη και νομοθετικά κατοχυρωμένη εκπροσώπηση των φαρμακοποιών της κοινότητας μέσω του Πανελλήνιου ΦαρμακευτικούΣυλλόγου (ΠΦΣ).

Ωστόσο, δεν υφίσταται αντίστοιχος αναγνωρισμένος συνομιλητής της Πολιτείας για τους φαρμακοποιούς που υπηρετούν:

• σε δημόσια νοσοκομεία (ΝΠΔΔ / ΝΠΙΔ),

• σε ιδιωτικές κλινικές και θεραπευτήρια,

• στα φαρμακεία του ΕΟΠΥΥ,

• σε στρατιωτικά ή λοιπά ιδρυματικά φαρμακεία.

Το κενό αυτό δημιουργεί:

• αδυναμία ενιαίας επιστημονικής εκπροσώπησης,

• απουσία θεσμικής συμμετοχής στον σχεδιασμό πολιτικών για καινοτόμες θεραπείες,

• έλλειψη οργανωμένου πλαισίου πιστοποίησης δεξιοτήτων,

• κατακερματισμό της συνεχιζόμενης εκπαίδευσης.

2. Η ιδιαιτερότητα του αντικειμένου

Οι φαρμακοποιοί των παραπάνω δομών διαχειρίζονται:

• αντικαρκινικές και βιολογικές θεραπείες,

• γονιδιακά και κυτταρικά προϊόντα,

• φάρμακα σπάνιων παθήσεων,

• κλινικές μελέτες,

• συστήματα ποιότητας & ασφάλειας.

Το εύρος αυτό διαφοροποιείται ουσιωδώς από την πρωτοβάθμια φαρμακευτική πρακτική και απαιτεί ειδικό επιστημονικό, εκπαιδευτικό και διοικητικό πλαίσιο.

3. Ευρωπαϊκή σύγκλιση

Η συντριπτική πλειονότητα των κρατών-μελών διαθέτει αναγνωρισμένα σωματεία hospital / institutional pharmacy που αποτελούν επίσημους συνομιλητές κυβερνήσεων και πανεπιστημίων, σε ευθυγράμμιση με την European Association of Hospital Pharmacists (EAHP).

Η Ελλάδα παραμένει από τις λίγες εξαιρέσεις.

4. Πρόταση

Προτείνεται η ίδρυση Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου ή ειδικά αναγνωρισμένου επαγγελματικού φορέα, με βασικές αρμοδιότητες:

Α. Θεσμική εκπροσώπηση

Επίσημος συνομιλητής του Υπουργείου σε θέματα:

• φαρμακευτικής πολιτικής νοσοκομείων,

• πρόσβασης στην καινοτομία,

• ανθρώπινου δυναμικού,

• προτύπων ποιότητας.

Β. Εκπαίδευση – Πιστοποίηση

Ίδρυση ακαδημίας συνεχιζόμενης κατάρτισης σε συνεργασία με ΑΕΙ και επιστημονικούς οργανισμούς.

Γ. Επιστημονικά τμήματα

Ενδεικτικά:

• Ογκολογική φαρμακευτική

• Κλινική φαρμακευτική

• ATMPs

• Κλινική έρευνα

• Διοίκηση & logistics

Δ. Μητρώο επαγγελματιών

Ενιαία χαρτογράφηση ειδικοτήτων, δεξιοτήτων και πιστοποιήσεων.

5. Μοντέλο διοίκησης

Αντιπροσωπευτικό σύστημα με εκλεγμένους εκπροσώπους από τις επιμέρους κατηγορίες (ΕΣΥ, ιδιωτικός τομέας, ΕΟΠΥΥ, λοιποί φορείς) με προκαθορισμένες ποσοστώσεις, ώστε να διασφαλίζεται ισορροπία και λειτουργικότητα.

6. Πόροι

• θεσμοθετημένη συνδρομή μικρού ποσοστού επί μισθοδοσίας,

• έσοδα από εκπαιδευτικές δράσεις,

• επιχορηγήσεις, δωρεές, ερευνητικά προγράμματα.

7. Όφελος για το κράτος

Ο φορέας:

✔ δημιουργεί αξιόπιστο συνομιλητή,

✔ βελτιώνει τη διακυβέρνηση φαρμάκου,

✔ ενισχύει την ασφάλεια ασθενών,

✔ στηρίζει την απορρόφηση καινοτομίας,

✔ φέρνει τη χώρα σε θεσμική ισοτιμία με την Ευρώπη.

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ

 

στο σχέδιο νόμου

 

«Σύσταση και οργάνωση φορέα εκπροσώπησης φαρμακοποιών νοσοκομειακής και εξειδικευμένης φαρμακευτικής φροντίδας»

 

Ι. Γενικό μέρος

 

Η παρούσα νομοθετική πρωτοβουλία αποσκοπεί στην κάλυψη ενός διαχρονικού θεσμικού κενού στην ελληνική φαρμακευτική πολιτική. Ενώ οι φαρμακοποιοί της κοινότητας εκπροσωπούνται από αναγνωρισμένο από την Πολιτεία νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, δεν υφίσταται αντίστοιχη θεσμική πρόβλεψη για τους φαρμακοποιούς που παρέχουν υπηρεσίες εντός νοσοκομείων, ιδιωτικών κλινικών, δομών του ΕΟΠΥΥ και λοιπών ιδρυματικών σχημάτων.

Οι επαγγελματίες αυτοί επιτελούν έργο υψηλής εξειδίκευσης, άμεσα συνδεδεμένο με:

• τη διαχείριση φαρμάκων αυξημένου κινδύνου,

• τις καινοτόμες και εξατομικευμένες θεραπείες,

• την κλινική έρευνα,

• τη διασφάλιση ποιότητας και ασφάλειας ασθενών.

Η απουσία ενιαίου θεσμικού συνομιλητή δυσχεραίνει τον σχεδιασμό πολιτικών υγείας, την υιοθέτηση ευρωπαϊκών προτύπων και την ανάπτυξη συστημάτων πιστοποίησης δεξιοτήτων.

Με την προτεινόμενη ρύθμιση ιδρύεται επίσημος φορέας, ο οποίος:

• θα λειτουργεί ως επιστημονικός και συμβουλευτικός εταίρος της Πολιτείας,

• θα προάγει την εκπαίδευση και τη συνεχή επαγγελματική ανάπτυξη,

• θα συμβάλλει στη βελτίωση της ποιότητας των παρεχόμενων υπηρεσιών.

ΙΙ. Ειδικό μέρος

Με τα άρθρα του σχεδίου νόμου ρυθμίζονται:

• η σύσταση και η νομική μορφή,

• οι σκοποί και οι αρμοδιότητες,

• η διοικητική δομή,

• οι πόροι και ο τρόπος λειτουργίας,

• μεταβατικές διατάξεις για την πρώτη εφαρμογή.

ΣΧΕΔΙΟ ΑΡΘΡΩΝ ΝΟΜΟΥ

Άρθρο 1

Σύσταση – Νομική μορφή

Συνιστάται νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία …………………………….., το οποίο τελεί υπό την εποπτεία του Υπουργού Υγείας και εδρεύει στην Αθήνα.

Άρθρο 2

Σκοπός

Σκοπός του φορέα είναι:

α) η θεσμική εκπροσώπηση των φαρμακοποιών που υπηρετούν σε δομές νοσοκομειακής και ιδρυματικής φροντίδας,

β) η υποστήριξη του Υπουργείου Υγείας σε θέματα πολιτικής φαρμάκου,

γ) η ανάπτυξη και προαγωγή προτύπων ποιότητας και ασφάλειας,

δ) η οργάνωση συνεχιζόμενης εκπαίδευσης και πιστοποίησης,

ε) η συνεργασία με πανεπιστήμια και διεθνείς οργανισμούς.

Άρθρο 3

Μέλη

Μέλη του φορέα καθίστανται υποχρεωτικά οι φαρμακοποιοί που απασχολούνται:

1. σε νοσοκομεία του ΕΣΥ,

2. σε ιδιωτικές κλινικές και θεραπευτήρια,

3. στα φαρμακεία του ΕΟΠΥΥ,

4. σε στρατιωτικά ή λοιπά ιδρυματικά φαρμακεία.

Άρθρο 4

Όργανα διοίκησης

Όργανα διοίκησης είναι:

α) το Διοικητικό Συμβούλιο,

β) το Σώμα Αντιπροσώπων,

γ) ο Πρόεδρος.

Άρθρο 5

Διοικητικό Συμβούλιο

Το Δ.Σ. είναι δεκαπενταμελές, εκλέγεται από το Σώμα Αντιπροσώπων και η θητεία του είναι τριετής.

Άρθρο 6

Σώμα Αντιπροσώπων – Εκπροσώπηση

Η εκπροσώπηση των επιμέρους κατηγοριών μελών καθορίζεται με ποσοστώσεις που λαμβάνουν υπόψη:

• τον αριθμό υπηρετούντων,

• το εύρος και τη βαρύτητα του παρεχόμενου έργου.

Οι λεπτομέρειες ρυθμίζονται με Υπουργική Απόφαση.

Άρθρο 7

Αρμοδιότητες

Ο φορέας ιδίως:

• γνωμοδοτεί για ζητήματα φαρμακευτικής πολιτικής,

• συμμετέχει σε επιτροπές του Υπουργείου,

• τηρεί μητρώα επαγγελματιών,

• οργανώνει εκπαιδευτικές δραστηριότητες,

• εκδίδει κατευθυντήριες οδηγίες.

Άρθρο 8

Πόροι

Πόροι του φορέα είναι:

α) εισφορές μελών,

β) έσοδα από εκπαιδευτικές δράσεις,

γ) επιχορηγήσεις,

δ) δωρεές και κληροδοτήματα.

Άρθρο 9

Κανονισμός λειτουργίας

Με απόφαση του Υπουργού Υγείας εγκρίνεται ο εσωτερικός κανονισμός οργάνωσης και λειτουργίας.

Άρθρο 10

Μεταβατικές διατάξεις

Μέχρι την ανάδειξη των αιρετών οργάνων ορίζεται προσωρινή διοικούσα επιτροπή από τον Υπουργό Υγείας.

 

Η ΛΥΣΣΑΛΕΑ ΑΝΤΙΔΡΑΣΗ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ ΔΙΧΩΣ ΗΓΕΤΙΚΟ ΟΡΑΜΑ

Υπάρχει δυστυχώς μια μικρή αλλά επίμονη ομάδα που αντιπαλεύεται κάθε προσπάθεια διεύρυνσης και θεσμικής ενίσχυσης του κλάδου. Δεν αντιδρά επειδή διαφωνεί επιστημονικά. Αντιδρά επειδή η προοπτική ενός ισχυρού, ανοικτού και αντιπροσωπευτικού φορέα απειλεί ένα καθεστώς μικροεξουσίας που οικοδομήθηκε επί χρόνια στη σιωπή, στην αδράνεια και στην έλλειψη λογοδοσίας.

Η αντίληψη που προωθούν είναι απλή: ένα σωματείο μικρό, ελεγχόμενο, χωρίς πραγματική συμμετοχή των συναδέλφων, χωρίς διαφάνεια και χωρίς θεσμικό βάρος. Ένα σωματείο που δεν παρεμβαίνει ουσιαστικά στη χάραξη πολιτικής υγείας, που δεν διεκδικεί ρόλο στον σχεδιασμό της φαρμακευτικής πολιτικής και που δεν συγκρούεται με κατεστημένες αντιλήψεις. Με άλλα λόγια, ένα σωματείο ακίνδυνο.

Ένα τέτοιο σχήμα δεν υπηρετεί τον κλάδο. Υπηρετεί μόνο την αναπαραγωγή προσωπικών ρόλων και μικρών εσωτερικών ισορροπιών. Μετατρέπει έναν επιστημονικό χώρο υψηλής ευθύνης σε κλειστό κύκλο διαχείρισης θέσεων, τίτλων και συμβολικής εκπροσώπησης χωρίς πραγματικό περιεχόμενο.

Το πρόβλημα όμως δεν είναι προσωπικό. Είναι βαθιά θεσμικό. Όσο ο κλάδος παραμένει περιορισμένος, κατακερματισμένος και χωρίς ισχυρή συλλογική φωνή, τόσο θα παραμένει στο περιθώριο των αποφάσεων που τον αφορούν. Και τότε οι πραγματικές ανάγκες της νοσοκομειακής και κλινικής φαρμακευτικής –η ασφάλεια των ασθενών, η ορθή διαχείριση των θεραπειών, η εκπαίδευση των επαγγελματιών– θα συνεχίσουν να αντιμετωπίζονται αποσπασματικά.

Η επιλογή λοιπόν είναι σαφής. Ή θα οικοδομήσουμε έναν ανοιχτό, ισχυρό και αντιπροσωπευτικό θεσμό που θα εκφράζει πραγματικά τον κλάδο, ή θα αποδεχθούμε τη διαιώνιση ενός σχήματος χωρίς ουσία, που λειτουργεί περισσότερο ως μηχανισμός διατήρησης ισορροπιών παρά ως όργανο προόδου.

Και αυτό, πλέον, δεν είναι απλώς οργανωτικό ζήτημα. Είναι ζήτημα ευθύνης απέναντι στο μέλλον του κλάδου.

Η ΣΚΟΠΙΜΟΤΗΤΑ ΙΣΧΥΡΟΠΟΙΗΣΗΣ ΚΑΙ ΔΙΕΥΡΥΝΣΗΣ ΤΟΥ ΚΛΑΔΟΥ

Ο κλάδος των φαρμακοποιών που υπηρετούν σε νοσοκομεία, ιδρυματικές δομές υγείας, ιδιωτικές κλινικές και φορείς όπως ο ΕΟΠΥΥ βρίσκεται σήμερα μπροστά σε μια κρίσιμη ιστορική καμπή. Η φαρμακευτική πρακτική έχει αλλάξει ριζικά τις τελευταίες δεκαετίες. Η διαχείριση αντικαρκινικών θεραπειών, βιολογικών παραγόντων, γονιδιακών και κυτταρικών προϊόντων, η συμμετοχή στην κλινική έρευνα και η διασφάλιση συστημάτων ποιότητας και ασφάλειας ασθενών αποτελούν πλέον βασικά πεδία ευθύνης των φαρμακοποιών που εργάζονται σε δομές δευτεροβάθμιας και τριτοβάθμιας περίθαλψης.

Παρά το εύρος και την κρισιμότητα αυτού του έργου, ο κλάδος μας παραμένει θεσμικά κατακερματισμένος και χωρίς ενιαία αναγνωρισμένη εκπροσώπηση απέναντι στην Πολιτεία. Το αποτέλεσμα είναι ότι σημαντικές αποφάσεις για την οργάνωση της φαρμακευτικής περίθαλψης, για την εισαγωγή καινοτόμων θεραπειών ή για την εκπαίδευση και πιστοποίηση των επαγγελματιών λαμβάνονται συχνά χωρίς την ουσιαστική συμμετοχή των ίδιων των επιστημόνων που φέρουν την ευθύνη εφαρμογής τους.

Η διεύρυνση του κλάδου και η ισχυροποίηση της θεσμικής του θέσης δεν αποτελούν συντεχνιακή επιδίωξη. Αποτελούν αναγκαία προϋπόθεση για τη βελτίωση της ποιότητας των υπηρεσιών υγείας, για την ασφάλεια των ασθενών και για την ορθολογική διαχείριση των ολοένα πιο σύνθετων φαρμακευτικών θεραπειών. Ένας ευρύτερος και οργανωμένος επαγγελματικός χώρος μπορεί να συγκεντρώσει γνώση, εμπειρία και επιστημονικό δυναμικό, να αναπτύξει πρότυπα πρακτικής, να προωθήσει τη συνεχιζόμενη εκπαίδευση και να αποτελέσει αξιόπιστο συνομιλητή της Πολιτείας.

Η ενίσχυση των θεσμών εκπροσώπησης δεν αφορά μόνο τους επαγγελματίες του χώρου. Αφορά πρωτίστως το ίδιο το σύστημα υγείας. Ένας ισχυρός, επιστημονικά τεκμηριωμένος και ενωμένος κλάδος μπορεί να συμβάλει ουσιαστικά στον σχεδιασμό σύγχρονων πολιτικών φαρμάκου και να διασφαλίσει ότι η Ελλάδα θα συμβαδίζει με τα ευρωπαϊκά πρότυπα στον τομέα της νοσοκομειακής και κλινικής φαρμακευτικής.