Blog

Διάθεση -τώρα- από το φαρμακείο της γειτονιάς του αντι-ιικού φαρμάκου νιρματρελβίρης/ριτοναβίρης

Ζήτημα ασφάλειας ασθενούς, ισότιμης πρόσβασης και ορθής φαρμακευτικής πρακτικής

Η διάθεση του φαρμάκου nirmatrelvir/ritonavir στην Ελλάδα έχει περιοριστεί στα φαρμακεία του ΕΟΠΥΥ και στα νοσοκομειακά φαρμακεία.

Η επιλογή αυτή αποκλίνει ουσιωδώς από την πρακτική που ακολουθείται σε μεγάλο μέρος της Ευρώπης και σε όλα τα αγγλοσαξονικά συστήματα υγείας, όπου η χορήγηση γίνεται κατά κύριο λόγο από τα φαρμακεία της κοινότητας.

Η απόκλιση αυτή δεν είναι απλώς οργανωτική· είναι κλινική και ασθενοκεντρική.

Το φάρμακο αυτό δεν είναι «ένα ακόμα χάπι»

Πρόκειται για θεραπεία με:

– Ιδιαίτερο δοσολογικό σχήμα (συνδυασμός δισκίων, πρωί–βράδυ)

– Σημαντικό φορτίο αλληλεπιδράσεων (CYP3A, καρδιολογικά, αντιπηκτικά, ψυχιατρικά)

– Στενό χρονικό παράθυρο έναρξης (εντός λίγων ημερών από τα συμπτώματα).

Η ασφαλής χρήση του απαιτεί ενεργό ρόλο φαρμακοποιού κατά τη διάθεση:

– Έλεγχο συγχορηγούμενων φαρμάκων,

– Επιβεβαίωση δοσολογίας (και τυχόν νεφρικής προσαρμογής),

– Σαφή προφορική εκπαίδευση και επιβεβαίωση κατανόησης.

Η αποστολή με courier: πρακτική επισφαλής

Η αποστολή του φαρμάκου στον ασθενή μέσω courier:

– Αποσυνδέει τη χορήγηση από τη φαρμακευτική συμβουλευτική

– Μετατρέπει τη θεραπεία σε απρόσωπη παράδοση δέματος

– Αυξάνει τον κίνδυνο λανθασμένης λήψης, αλληλεπιδράσεων και μη συμμόρφωσης.

Ιδίως όταν η παράδοση δεν συνοδεύεται από επίσημα, εγκεκριμένα, απλοποιημένα έντυπα εκπαίδευσης ασθενούς, η πρακτική αυτή υπονομεύει την ίδια τη θεραπευτική αξία του φαρμάκου.

Το φαρμακείο της γειτονιάς ως φυσικός φορέας διάθεσης

Το φαρμακείο της κοινότητας προσφέρει:

– Άμεση πρόσβαση (χωρίς μετακινήσεις σε νοσοκομεία ή κεντρικές δομές)

– Ταχύτητα έναρξης θεραπείας

– Συνεχή επικοινωνία για απορίες ή ανεπιθύμητες ενέργειες,

– Γνώση του ασθενούς και του ιστορικού του στην πράξη.

Αυτό δεν είναι ιδεολογική επιλογή. Είναι βασική αρχή ασφάλειας και συνέχειας φροντίδας.

Τι ισχύει διεθνώς – πραγματικά παραδείγματα

Ηνωμένο Βασίλειο

Στο NHS, η πρόσβαση σε αντι-ιικές θεραπείες COVID-19 ενσωματώνει κοινοτικά φαρμακεία ως κανάλι διάθεσης, με έμφαση στην ταχεία πρόσβαση και τη φαρμακευτική συμβουλευτική.

Αυστραλία

Μέσω του Pharmaceutical Benefits Scheme (PBS), οι επιλέξιμοι ασθενείς λαμβάνουν το φάρμακο από το τοπικό τους φαρμακείο, με συνταγή και καθιερωμένη φαρμακευτική καθοδήγηση.

Καναδάς (π.χ. Οντάριο)

Τα κοινοτικά φαρμακεία αποτελούν βασικό κρίκο στην αλυσίδα πρόσβασης· σε ορισμένες επαρχίες οι φαρμακοποιοί έχουν και διευρυμένο κλινικό ρόλο για την έναρξη της θεραπείας.

Ιρλανδία

Η διάθεση του αντί-ιικού φαρμάκου πραγματοποιείται από κοινοτικά φαρμακεία, με σαφές επιχειρησιακό πλαίσιο και αποζημίωση μέσω των community drug schemes.

Ισπανία

Η χορήγηση γίνεται σε φαρμακεία κοινότητας με επικυρωμένη συνταγογράφηση, εντός του εθνικού συστήματος υγείας.

Ηνωμένες Πολιτείες

Τα retail/community pharmacies διαδραματίζουν κεντρικό ρόλο (“test-to-treat”), παρέχοντας άμεση πρόσβαση και φαρμακευτική αξιολόγηση.

Κοινός παρονομαστής:

η πολιτεία επιλέγει το φαρμακείο της γειτονιάς όχι για ευκολία, αλλά για ασφάλεια, ταχύτητα και αποτελεσματικότητα.

Τι σημαίνει αυτό για την Ελλάδα

Η επιμονή σε περιορισμένα κανάλια διάθεσης και η κανονικοποίηση της αποστολής με courier:

– Δημιουργεί καθυστερήσεις

– Αυξάνει τον κίνδυνο φαρμακευτικών σφαλμάτων

-Ππαράγει ανισότητες πρόσβασης, ιδίως για ευάλωτους ή απομακρυσμένους ασθενείς.

Δεν πρόκειται για τεχνική λεπτομέρεια· πρόκειται για υποβάθμιση της φαρμακευτικής φροντίδας.

Πρόταση θεσμικής λύσης (ρεαλιστική και άμεσα εφαρμόσιμη)

Μεταφορά του κύριου όγκου διάθεσης στα φαρμακεία της κοινότητας, με σαφές ρυθμιστικό πλαίσιο.

Υποχρεωτική ελάχιστη φαρμακευτική συμβουλευτική πριν την παράδοση (έλεγχος αλληλεπιδράσεων, δοσολογία, “teach-back”).

Εθνικό, εγκεκριμένο έντυπο εκπαίδευσης ασθενούς (απλή γλώσσα, εικόνες), υποχρεωτικά σε κάθε διάθεση.

Διατήρηση νοσοκομειακών/ΕΟΠΥΥ καναλιών ως συμπληρωματικών, όχι αποκλειστικών.

Συμπέρασμα

Η διάθεση του Paxlovid από το φαρμακείο της γειτονιάς δεν είναι παραχώρηση. Είναι απαίτηση ασφάλειας, αποτελεσματικότητας και σεβασμού προς τον ασθενή.

Η διεθνής εμπειρία είναι σαφής.

Το ερώτημα πλέον δεν είναι αν πρέπει να αλλάξει το μοντέλο στην Ελλάδα, αλλά πόσο ακόμη θα καθυστερήσει η προφανής θεσμική προσαρμογή.

Dispensing nirmatrelvir/ritonavir through the neighborhood pharmacy

A matter of patient safety, equitable access, and sound pharmaceutical practice

In Greece, dispensing of nirmatrelvir/ritonavir has been restricted to EOPYY pharmacies and hospital pharmacies. This choice diverges substantially from practice across much of Europe and in Anglo-Saxon health systems, where access is primarily provided through community (neighborhood) pharmacies. The divergence is not merely administrative; it is clinical and patient-centered.

nirmatrelvir/ritonavir is not “just another pill”

This therapy involves:

a specific dosing regimen (combination tablets, morning–evening), a significant burden of drug–drug interactions (CYP3A; cardiovascular, anticoagulant, psychiatric agents), a narrow time window for initiation (within a few days of symptom onset).

Safe use requires an active pharmacist role at the point of dispensing: interaction screening, dose confirmation (including renal adjustment where indicated), clear verbal counseling, and confirmation of patient understanding.

Courier delivery: an inherently unsafe practice

Delivering the medicine to patients by courier:

disconnects dispensing from pharmaceutical counseling, turns treatment into an impersonal parcel delivery, increases the risk of incorrect use, interactions, and non-adherence.

When delivery is not accompanied by official, approved, patient-friendly educational materials, the practice undermines the very therapeutic value of the medicine.

The neighborhood pharmacy as the natural point of care

Community pharmacies provide:

immediate access (no travel to hospitals or central facilities), speed of treatment initiation, ongoing communication for questions or adverse effects, practical knowledge of the patient and medication history.

This is not ideology. It is a core principle of safety and continuity of care.

What applies internationally — real-world examples

United Kingdom

Within the NHS, access to COVID-19 antivirals integrates community pharmacies as a dispensing channel, prioritizing rapid access and pharmacist counseling.

Australia

Under the Pharmaceutical Benefits Scheme (PBS), eligible patients receive nirmatrelvir/ritonavir from their local community pharmacy, with prescription and structured pharmacist guidance.

Canada (e.g., Ontario)

Community pharmacies are a core link in access pathways; in some provinces pharmacists have expanded clinical roles in initiating therapy.

Ireland

Dispensing occurs through community pharmacies, supported by a clear operational framework and reimbursement via community drug schemes.

Spain

Provision is made in community pharmacies using validated prescriptions within the national health system.

United States

Retail/community pharmacies play a central role (e.g., “test-to-treat”), ensuring rapid access and pharmacist-led assessment.

Common denominator: policymakers choose the neighborhood pharmacy not for convenience, but for safety, speed, and effectiveness.

What this means for Greece

Persisting with restricted channels and normalizing courier delivery:

creates delays, raises the risk of medication errors, produces inequities in access, especially for vulnerable or remote populations.

This is not a technical footnote; it is a downgrading of pharmaceutical care.

A realistic, immediately applicable institutional solution

Shift the primary dispensing volume to community pharmacies, under a clear regulatory framework. Mandate a minimum pharmacist counseling bundle prior to handover (interaction check, dosing, teach-back). Introduce a national, approved patient education leaflet (plain language, visuals), mandatory with every dispensing. Retain hospital/EOPYY channels as complementary, not exclusive.

Conclusion

Dispensing nirmatrelvir/ritonavir through the neighborhood pharmacy is not a concession. It is a requirement for safety, effectiveness, and respect for patients.

International experience is unequivocal. The question is no longer whether Greece should adapt its model, but how much longer the obvious institutional adjustment will be delayed.

Φαρμακοποιός και Φαρμακευτική: μια επιστημονική αλήθεια χωρίς γκρίζες ζώνες

Σύμφωνα με τον Remington: The Science and Practice of Pharmacy, η Φαρμακευτική δεν είναι βοηθητική δραστηριότητα ούτε τεχνικό επάγγελμα.

Είναι η Τέχνη και η Επιστήμη της ανάπτυξης, παρασκευής και ορθής χρήσης συστημάτων χορήγησης που κατανέμουν βιολογικά δραστικές ουσίες στον ανθρώπινο οργανισμό, με σκοπό την πρόληψη και τη θεραπεία των νόσων.

Η φαρμακευτική επιστήμη καλύπτει όλο το φάσμα του φαρμάκου:

από την απομόνωση και τη σύνθεση της δραστικής ουσίας, τη φαρμακολογική και τοξικολογική της δράση, τη σταθερότητα, την ποιοτική διασφάλιση και τη χημική ανάλυση, έως τη διακίνηση, φύλαξη και ασφαλή χρήση της στον ασθενή.

Από αυτή τη θεμελιώδη επιστημονική πραγματικότητα προκύπτει ένα αδιαμφισβήτητο συμπέρασμα:

Ο Φαρμακοποιός είναι ο Επιστήμονας του φαρμάκου.

Ο φαρμακοποιός δεν είναι εκτελεστικό όργανο, δεν είναι διοικητικός υπάλληλος, δεν είναι «πολυεργαλείο» που μπορεί να αποδομείται και να επανασυναρμολογείται ανάλογα με τις εκάστοτε οργανωτικές και λοιπές σκοπιμότητες…

Είναι ο μοναδικός επιστήμονας με ολιστική εκπαίδευση σε κάθε επιστημονική, τεχνική και κλινική πτυχή του φαρμάκου.

Είναι ο αυθεντικός drug expert.

Υπάρχουν ασφαλώς και άλλοι επαγγελματίες υγείας που σχετίζονται με το φάρμακο.

Ο ιατρός το συνταγογραφεί και εστιάζει στη φαρμακολογία και την τοξικολογία.

Ο νοσηλευτής το χορηγεί, εφαρμόζοντας το θεραπευτικό σχήμα.

Κανείς όμως από αυτούς δεν φέρει τη συνολική επιστημονική ευθύνη του φαρμάκου.

Η γνώση του φαρμάκου στο σύνολό της —από το μόριο έως τον ασθενή— αποτελεί αποκλειστική επιστημονική αρμοδιότητα του φαρμακοποιού.

Και γι’ αυτό ακριβώς, ο φαρμακοποιός έχει όχι μόνο το δικαίωμα αλλά και την υποχρέωση να συμβουλεύει όλους τους εμπλεκόμενους: ιατρούς, λοιπούς επιστήμονες υγείας και ασθενείς.

Κάθε απόπειρα υποβάθμισης του ρόλου αυτού, είτε μέσω θεσμικών παραλείψεων, είτε μέσω σύγχυσης αρμοδιοτήτων, είτε μέσω της επικίνδυνης θεωρίας του «φαρμακοποιού-πολυεργαλείου», δεν είναι απλώς επαγγελματική αυθαιρεσία.

Είναι επιστημονική στρέβλωση και απειλή για τη δημόσια υγεία.

Διότι κανένα άλλο επάγγελμα υγείας δεν διαθέτει το εύρος, το βάθος και τη συνοχή του προγράμματος σπουδών της Φαρμακευτικής Επιστήμης, όπως αυτό έχει τεκμηριωθεί εδώ και δεκαετίες στη διεθνή βιβλιογραφία.

(Remington: The Science and Practice of Pharmacy, Introduction to the Pharmaceutical Sciences, 17th Edition, Κεφάλαιο 1, σελ. 3)

Όταν η αποτυχία βαφτίζεται «διάλογος πολιτικής»

Αφού επί χρόνια απέτυχαν παταγωδώς να υπερασπιστούν τη νοσοκομειακή φαρμακευτική και την τριτοβάθμια περίθαλψη, οι γνωστοί αποτυχημένοι συνδικαλιστικοί μηχανισμοί των Αθηνών επιχειρούν τώρα να επανεμφανιστούν ως «στρατηγικοί συνομιλητές» για το μέλλον της υγείας. Με νέο περιτύλιγμα, ίδιες πρακτικές και την ίδια επικίνδυνη αποσύνδεση από την πραγματικότητα των νοσοκομείων.

Πρόκειται για θεσμική προσβολή της νοημοσύνης όσων εργάζονται καθημερινά στο ΕΣΥ.

Οι ίδιοι άνθρωποι που:

δεν συγκρούστηκαν ποτέ σοβαρά με τα ασφαλιστικά ταμεία όταν αυτά μετέτρεψαν τη φαρμακευτική φροντίδα σε εργαλείο δημοσιονομικής ακροβασίας, δεν διεκδίκησαν οργανικές θέσεις, εξειδίκευση και επιστημονική αυτονομία για τα νοσοκομειακά φαρμακεία, δεν υπερασπίστηκαν την ασφάλεια ασθενών και προσωπικού όταν η υποστελέχωση έγινε κανονικότητα,

έρχονται σήμερα να μιλήσουν για «σχεδιασμό ανθρώπινου δυναμικού υγείας» και για την πρωτοβάθμια φροντίδα. Σαν να μην έχει προηγηθεί τίποτα. Σαν να μην έχουν αφήσει πίσω τους ένα απολύτως μετρήσιμο αποτύπωμα εγκατάλειψης.

Αυτό δεν είναι όραμα.

Είναι απόπειρα διαφυγής από την ευθύνη.

Η νοσοκομειακή φαρμακευτική δεν κατέρρευσε τυχαία. Υποβαθμίστηκε συστηματικά, με τη σιωπηρή ανοχή ή την πλήρη αδράνεια εκείνων που όφειλαν θεσμικά να τη θωρακίσουν. Παραδόθηκε:

στη λογική της «δαπάνης» αντί της φροντίδας, σε αποσπασματικές πολιτικές χωρίς επιστημονικό πυρήνα, σε ρόλους-λάστιχο και σε έναν επικίνδυνο αποεπαγγελματισμό.

Και τώρα, οι ίδιοι φορείς που δεν υπερασπίστηκαν ούτε τα στοιχειώδη, αυτοανακηρύσσονται συνομιλητές για το σύνολο του συστήματος υγείας. Χωρίς απολογισμό. Χωρίς αυτοκριτική. Χωρίς ίχνος ντροπής.

Η πραγματική τους αγωνία δεν είναι το μέλλον της υγείας.

Είναι το μέλλον της δικής τους συνδικαλιστικής επιβίωσης.

Όταν χάνεται η επαφή με τον χώρο που υποτίθεται ότι εκπροσωπείς, όταν η καθημερινότητα των νοσοκομείων σε διαψεύδει, τότε αναζητάς σωσίβιο σε γενικόλογες έννοιες: «διάλογος», «πολιτικές υγείας», «ολιστικές προσεγγίσεις». Λέξεις κενές, που λειτουργούν ως καπνογόνο για να μη συζητηθεί το ουσιώδες: ποιοι ευθύνονται για τη σημερινή κατάσταση.

Το πιο ανησυχητικό, όμως, δεν είναι η υποκρισία. Είναι η επικινδυνότητα. Διότι άνθρωποι που απέτυχαν να προστατεύσουν έναν κρίσιμο κλάδο του ΕΣΥ φιλοδοξούν να επηρεάσουν τη συνολική αρχιτεκτονική του. Αυτό δεν είναι απλώς αλαζονεία· είναι θεσμικός κυνισμός.

Το ΕΣΥ δεν έχει ανάγκη από άλλες ημερίδες, φωτογραφίες και προσχηματικούς «διαλόγους». Έχει ανάγκη από:

καθαρό απολογισμό, πολιτική ευθύνη με ονοματεπώνυμο, και ανθρώπους που έχουν αποδείξει στην πράξη ότι μπορούν να συγκρουστούν, όχι να συμβιβαστούν.

Όσοι συνέβαλαν —με πράξεις ή παραλείψεις— στην απαξίωση της νοσοκομειακής φαρμακευτικής, δεν μπορούν να εμφανίζονται ως αρχιτέκτονες του αύριο. Πρώτα οφείλουν να λογοδοτήσουν για το χθες.

Και αυτός ο λογαριασμός παραμένει ανοιχτός.

Οι μαριονέτες της παρακμής και η συνενοχή στη διάλυση του κλάδου

Κανένα διεφθαρμένο συνδικαλιστικό σύστημα δεν στέκεται μόνο του.

Για να επιβιώσει χρειάζεται μαριονέτες.

Χρειάζεται πρόθυμους, άφωνους, φοβισμένους ή καιροσκόπους ανθρώπους που έχουν βρει τρόπο να λουφάζουν, στηρίζοντας λυσσαλέα και άκριτα μια σαθρή, αποτυχημένη και επικίνδυνη συνδικαλιστική προεδρία.

Αυτοί δεν είναι απλώς «ουδέτεροι».

Δεν είναι «παρασυρμένοι».

Είναι συνειδητά πιόνια.

Άνθρωποι που βλέπουν:

την αναξιοπρέπεια, την αυθαιρεσία, την υπόγεια δράση, τη γελοιοποίηση του κλάδου,

και παρ’ όλα αυτά χειροκροτούν.

Γίνονται οι ίδιοι σκουπίδια πολιτικής ηθικής, όχι επειδή τους το επιβάλλει κάποιος, αλλά επειδή το επιλέγουν.

Γιατί η επιλογή είναι απλή και ντροπιαστική:

ή αξιοπρέπεια

ή «θεσούλα».

Και αυτοί διάλεξαν τη θεσούλα.

Λειτουργούν σαν πιόνια σκακιού, μετακινούμενα κατά βούληση από ένα προεδρείο που τους χρησιμοποιεί, τους εξευτελίζει και τους πετάει όποτε δεν χρειάζονται.

Το ξέρουν.

Το βιώνουν.

Το καταπίνουν.

Και συνεχίζουν.

Γιατί το μόνο που τους ενδιαφέρει είναι:

να εμφανίζονται «παράγοντες», να έχουν έναν τίτλο, να λένε έξω ότι «συμμετέχουν», να υπάρχουν σε φωτογραφίες, λίστες, επιτροπές.

Ούτε άποψη.

Ούτε θέση.

Ούτε θάρρος.

Αυτοί οι άνθρωποι κάνουν ακόμα μεγαλύτερο κακό από την ίδια τη διεφθαρμένη ηγεσία.

Γιατί χωρίς αυτούς, η ηγεσία θα κατέρρεε.

Είναι οι χρήσιμοι ηλίθιοι της παρακμής.

Οι σιωπηλοί συνεργοί.

Οι πρόθυμοι στυλοβάτες μιας κατάστασης που όλοι ξέρουν ότι είναι σάπια.

Και μην υπάρχει αυταπάτη:

δεν τους περιφρονεί μόνο ο κλάδος.

Τους περιφρονεί και το ίδιο το προεδρείο που στηρίζουν.

Τους χρειάζεται για ψήφους, για πλειοψηφίες, για αριθμούς.

Όχι για σκέψη.

Όχι για έργο.

Όχι για αξιοπρέπεια.

Η ιστορία τέτοιων τύπων είναι πάντα η ίδια:

μένουν προσκολλημένοι όσο υπάρχει εξουσία, εξαφανίζονται μόλις αυτή καταρρεύσει, και αφήνουν πίσω τους έναν κλάδο πιο κατεστραμμένο απ’ ό,τι τον βρήκαν.

Ας ειπωθεί καθαρά και χωρίς περιστροφές:

Όποιος στηρίζει συνειδητά τη διαφθορά, είναι μέρος της διαφθοράς.

Όποιος καλύπτει την ανεπάρκεια, είναι συνένοχος στην απαξίωση.

Όποιος σιωπά για να κρατήσει καρέκλα, δεν αξίζει να μιλά στο όνομα κανενός κλάδου.

Αίσχος, όχι γιατί δεν ξέρουν.

Αλλά γιατί ξέρουν πολύ καλά και συνεχίζουν.

Οι τουρίστες–συνδικαλιστές και η διεθνής γελοιοποίηση της Νοσοκομειακής Φαρμακευτικής

Ένα από τα πιο αποκρουστικά συμπτώματα της παρακμής στη νοσοκομειακή φαρμακευτική είναι η ύπαρξη μιας κάστας συνδικαλιστών–τουριστών.

Ανθρώπων που έχουν μετατρέψει τον συνδικαλισμό σε επάγγελμα, τα συνέδρια σε ταξιδιωτικό πρακτορείο και την «ευρωπαϊκή εκπροσώπηση» σε άλλοθι προσωπικής προβολής.

Τρέχουν από χώρα σε χώρα, από συνέδριο σε συνέδριο, από meeting σε meeting —

όχι για να φέρουν γνώση, πρακτικές ή μεταρρυθμίσεις πίσω στη χώρα,

αλλά για να βγάζουν φωτογραφίες, να μαζεύουν κονκάρδες και να χτίζουν προσωπικό μύθο.

Όταν επιστρέφουν, δεν φέρνουν τίποτα.

Ούτε τεκμηρίωση.

Ούτε προτάσεις.

Ούτε στρατηγική.

Η διεθνής πραγματικότητα σταματά στο boarding pass.

Δεν είναι απλώς ανίκανοι να μεταφέρουν την ευρωπαϊκή εμπειρία στην Ελλάδα.

Είναι επικίνδυνοι, γιατί χρησιμοποιούν το εξωτερικό ως επίφαση κύρους για να επιβάλουν εσωτερικά τη μετριότητά τους.

Και όταν κάποιος συνάδελφος τολμήσει:

να έχει αυτοτελή άποψη, να επικαλεστεί πραγματικές ευρωπαϊκές πρακτικές, να μιλήσει για αξιολόγηση, ρόλους, εξειδίκευση, ευθύνη,

τότε ενεργοποιείται ο υπόγειος μηχανισμός.

Όχι ανοιχτά.

Όχι καθαρά.

Αλλά με τον τρόπο που ξέρουν καλύτερα οι μικροί και οι φοβισμένοι:

ψίθυροι, «πληροφορίες», παρασκηνιακές παρεμβάσεις, υπαινιγμοί, πιέσεις μέσω διοικητικών ή ελεγκτικών μηχανισμών.

Ο στόχος δεν είναι η αντιπαράθεση ιδεών.

Είναι η σιωπή.

Να μάθει ο άλλος «να μη μιλάει».

Να καταλάβει ότι «δεν συμφέρει να ξεχωρίζει».

Να νιώσει ότι «κάποιος τον παρακολουθεί».

Αυτή δεν είναι συνδικαλιστική δράση.

Είναι μαφιόζικη συμπεριφορά χαμηλής έντασης, ντυμένη με θεσμικό μανδύα.

Και ας ειπωθεί ξεκάθαρα:

αυτοί οι άνθρωποι δεν χαίρουν κανενός σεβασμού στο εξωτερικό.

Στην ευρωπαϊκή και διεθνή επιστημονική κοινότητα:

δεν τους παίρνουν στα σοβαρά, δεν τους εμπιστεύονται, δεν τους ακούν.

Είναι γνωστοί όχι για τις θέσεις τους, αλλά για την αδυναμία τους.

Όχι για τις παρεμβάσεις τους, αλλά για την κενότητά τους.

Το όνομά τους —όταν ακούγεται— συνοδεύεται από ειρωνικά χαμόγελα και τη φράση που κανείς δεν λέει δημόσια αλλά όλοι σκέφτονται:

«Μακριά από αυτούς. Είναι επικίνδυνοι και αφερέγγυοι.»

Κι όμως, αυτοί οι ίδιοι άνθρωποι παριστάνουν τους «θεματοφύλακες του κλάδου» στο εσωτερικό.

Απειλούν, χειραγωγούν, φιμώνουν.

Όχι γιατί είναι ισχυροί —

αλλά γιατί φοβούνται θανάσιμα την έκθεση.

Γιατί ξέρουν ότι αν υπήρχε πραγματική αξιολόγηση:

θα εξαφανίζονταν από τον χάρτη, δεν θα είχαν ρόλο, δεν θα είχαν λόγο, δεν θα είχαν καρέκλα.

Αυτός είναι ο λόγος που πολεμούν κάθε αλλαγή.

Όχι από ιδεολογία.

Από αυτοσυντήρηση.

Και όσο αυτός ο τύπος συνδικαλισμού παραμένει ενεργός,

η νοσοκομειακή φαρμακευτική δεν θα είναι ποτέ ευρωπαϊκή.

Θα είναι απλώς μια κακή απομίμηση, κρατημένη πίσω από ανθρώπους που ταξιδεύουν πολύ

αλλά δεν έχουν πάει ποτέ πραγματικά πουθενά.