Υπάρχει μια βολική συνήθεια στη δημόσια ζωή: όταν οι εξελίξεις έχουν ήδη προσπεράσει κάποιους, να εξηγούν την απουσία τους λέγοντας ότι «δεν κλήθηκαν», «δεν ενημερώθηκαν», «δεν τους ζητήθηκε η γνώμη».
Μόνο που η εκπροσώπηση δεν λειτουργεί έτσι.
Όποιος αναλαμβάνει να εκπροσωπήσει έναν επιστημονικό ή επαγγελματικό χώρο δεν περιμένει την πρόσκληση για να αποκτήσει λόγο. Οφείλει να γνωρίζει τι σχεδιάζεται, να αντιλαμβάνεται εγκαίρως τι έρχεται, να βρίσκεται εκεί όπου λαμβάνονται οι αποφάσεις, να διεκδικεί συμμετοχή και να παρεμβαίνει πριν δημιουργηθούν τετελεσμένα.
Ειδικά όταν γνωρίζει αλλά αδρανεί, τα πράγματα είναι ακόμη χειρότερα.
Τότε το πρόβλημα δεν είναι η ελλιπής ενημέρωση. Είναι η αδράνεια. Και η εκ των υστέρων προσπάθεια να μεταφερθεί η ευθύνη αλλού δεν μετατρέπει την αδράνεια σε αποκλεισμό.
Υπάρχει μάλιστα ένα σημείο πέρα από το οποίο το «δεν μας κάλεσαν» παύει να αποτελεί δικαιολογία και γίνεται ομολογία θεσμικής απαξίωσης.
Γιατί, αν πιστεύεις ότι εκπροσωπείς έναν ολόκληρο κλάδο και οι αποφάσεις που τον αφορούν λαμβάνονται συστηματικά χωρίς εσένα, το ερώτημα δεν είναι μόνο γιατί δεν σε κάλεσαν.
Το ερώτημα είναι γιατί έφτασαν στο σημείο να θεωρούν ότι δεν χρειάζεται να σε καλέσουν.
Ο θεσμικός σεβασμός δεν απονέμεται τιμητικά ούτε εξασφαλίζεται από έναν τίτλο. Κατακτάται με παρουσία, γνώση, σοβαρότητα, προτάσεις, διεκδίκηση και —όταν χρειάζεται— σύγκρουση.
Αν αντιθέτως επιλέγεις τη σιωπή όσο διαμορφώνονται οι εξελίξεις -επειδή είσαι ανίκανος να αρθρώσεις σοβαρό θεσμικό λόγο- και ανακαλύπτεις τη φωνή σου μόνο όταν όλα έχουν τελειώσει, δεν μπορείς κάθε φορά να παρουσιάζεις τον εαυτό σου ως θύμα εκείνων που «δεν σε κάλεσαν».
Η λαϊκή γλώσσα έχει γι’ αυτό μια πολύ σκληρότερη έκφραση:
Δεν είναι ότι δεν σε κάλεσαν.
Είναι ότι σε φτύνουν κι εσύ επιμένεις να λες ότι βρέχει.
