Χρονικό από τη Συντεχνία των Αέναων Μπουρδολόγων.

Στη χώρα της Αύριον, οι μυστικοί πράκτορες της Συντεχνίας των Αέναων Μπουρδολόγων είχε μία αδιαπραγμάτευτη αρχή: τίποτε δεν έπρεπε να συμβεί προτού εξαντληθεί κάθε δυνατότητα να αναβληθεί.
Οι εκπρόσωποί της -σε μυστική αποστολή- είχαν αναγάγει την καθυστέρηση σε επιστήμη. Συγκροτούσαν επιτροπές ανατροπής της ακινησίας για να εξετάσουν πότε θα μπορούσε να συζητηθεί η συγκρότηση άλλων επιτροπών. Κάθε μεθοδευμένη αποτυχία γεννούσε μια διαβούλευση και κάθε διαβούλευση έναν ακόμη λόγο ακινησίας.
Το μόνο που προχωρούσε ήταν η θητεία των αφεντικών τους. Αυτό επεδίωκαν εξάλλου! Το μοτίβο γνωστό και επαναλαμβανόμενο. Το μόνο που απομένει -ίσως- μια νέα βράβευση στην ετήσια φιέστα του μεγάλου τσίρκου για την σημαντική συμβολή τους στη διατήρηση της ακινησίας!
Κορωνίδα της σοφιστείας τους ήταν η «μομφή». Την έκλιναν σε όλες τις πτώσεις, την ανέμιζαν σαν πολεμικό λάβαρο και την επικαλούνταν με ύφος συνταγματολόγου του καφενείου. Τι θα άλλαζε την επόμενη μέρα, ρωτούσαν με αγωνία οι θεατές; Εκεί άρχιζαν οι υπεκφυγές. Η μπαρούφα διέθετε τελετουργικό, επιτροπές και πρακτικά. Αποτέλεσμα, δεν είχε προβλεφθεί.
Στο φανταστικό αυτό βασίλειο, μάλιστα, το τέλος της παράστασης είχε γραφτεί πριν ανοίξει η αυλαία: οι θρόνοι θα έμεναν στη θέση τους, οι αυλικοί επίσης, και οι θεατές θα καλούνταν να χειροκροτήσουν τη συγκλονιστική αλλαγή του σκηνικού.
Το κόλπο απαιτούσε τέχνη: να επιδιώκεις διαρκώς λίγο ακόμη χρόνο, μέχρι να εξαντληθούν όσοι θέλουν να παλέψουν. Κι ύστερα να εμφανίζεσαι ως ο λαβωμένος πολεμιστής, πάνω στα αποκαΐδια της προσπάθειας που εσύ φρόντισες να σβήσει. Να κρατάς ακόμη τον κουβά και να απαιτείς παράσημο πυροσβέστη.
Απέναντι στα μέλη, οι μυστικοί πράκτορες της Συντεχνίας ήταν λιοντάρια. Μπροστά στον Μέγα Θρόνο της Αναπαυτικής Ακινησίας μεταμορφώνονταν σε παντόφλες. Δικαιολογούσαν κάθε αυθαιρεσία, λιβάνιζαν κάθε αποτυχία και χαρακτήριζαν «ανωριμότητα» κάθε απαίτηση των θεατών να αλλάξει επιτέλους κάτι.
Σφουγγοκωλάριοι με χαρτοφύλακα, γλείφτες με τίτλο και οσφυοκάμπτες με αγωνιστικό βιογραφικό. Είχαν τόσο σκυμμένο το κεφάλι, που περνούσαν το χαλί της αίθουσας του θρόνου για ορίζοντα.
Τα μέλη, βέβαια, είχαν αρχίσει να τους τρολάρουν. «Τόσα συμπόσια, τόσες γνωριμίες, τόσες υποθετικές ακροάσεις, τόσα περιστέρια με επείγοντα μηνύματα — τι ακριβώς πετύχατε; Να σας μάθει με το μικρό σας όνομα ο θυρωρός του παλατιού;»
«Άχρηστοι στην καλύτερη, επικίνδυνοι στη χειρότερη», μουρμούριζαν στις κερκίδες. Και οι παράγοντες αγανακτούσαν με την αγένεια του κοινού. Τους φαινόταν αδιανόητο να ζητά κανείς έργο από ανθρώπους τόσο εξαντλημένους από την περιγραφή των προθέσεών τους.
Το αποκορύφωμα ερχόταν όταν κατηγορούσαν τα μέλη για αδιαφορία. Οι ίδιοι που έβαζαν κάθε πρόταση στο συρτάρι, εγκαλούσαν τους υπόλοιπους επειδή είχαν σταματήσει να φέρνουν προτάσεις. Είχαν στραγγαλίσει τη συμμετοχή και τώρα διαμαρτύρονταν που δεν ανέπνεε.
Ώσπου κάποιος διέκοψε την εκατοστή συνεδρίαση περί της μελλοντικής έναρξης των διαδικασιών:
«Την κλίση της μομφής την εμπεδώσαμε. Τώρα κλίνετε την ευθύνη: εγώ ανέβαλα, εσύ συγκάλυψες, αυτός βολεύτηκε. Κι εμείς γιατί σας ανεχόμαστε ακόμη;»
